Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

Η αρχαία Αιανή- ιστορική τεκμηρίωση Η σύγχρονη Αιανή είναι κωμόπολη του νομού Κοζάνης και έχει οριστεί ως ιστορική έδρα του δήμου Κοζάνης. Βρίσκεται 20 χλμ. νότια της Κοζάνης. κοντά στον Αλιάκμονα. Επίσης, είναι έδρα ομώνυμης δημοτικής ενότητας. Στην αρχαιότητα η αρχαία πόλη Αιανή ή Αιάνη, πόλη της Μακεδονίας ήταν η πρωτεύουσα του αρχαίου εθνοφυλετικού βασιλείου της Ελίμειας και μαζί με τα υπόλοιπα εθνοφυλετικά βασίλεια (Τυμφαία, Ορεστίς, Λυγκηστίς, Εορδαία, Πελαγονία, Δερρίοπος) αποτελούσαν την Άνω (ορεινή) Μακεδονία των αρχαίων. Την ονομασία Άνω Μακεδονία (1) (δηλαδή ορεινή Μακεδονία) τη συναντούμε για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο, σε αντιδιαστολή με την Κάτω Μακεδονία των Αργεαδών Μακεδόνων. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο που διέσωσε ο Στέφανος Βυζάντιος (6ος αι μ.Χ.) η Αιανή, «πόλις Μακεδονίας» κτίστηκε από τον Αιανό, γιο του Ελύμου (ή Ελίμου) και ιδρυτή της Ελίμειας. Η ύπαρξη της πόλης της Αιανής βεβαιώνεται από δύο επιγραφικές μαρτυρίες(2) . Οι επίσημες ανασκαφές στον χώρο της αρχαίας Αιανής, 1,5 χλμ από τη σύγχρονη πόλη της Αιανής (αρχαία ακρόπολη και νεκρόπολη) άρχισαν από την 20η Εφορεία Αρχαιοτήτων (Κ΄ ΕΦΑ) το 1983. Υπήρχε ωστόσο αρχαιολογική συλλογή (3) στο ισόγειο της τότε Κοινότητας Αιανής ήδη από το 1956, η οποία φιλοξενούσε παραδόσεις αρχαιολογικών ευρημάτων από αρχαιόφιλους κατοίκους της Αιανής και των περιχώρων. Η ανασκαφική δραστηριότητα από το 1983 κι εντεύθεν στη Μεγάλη Ράχη (αρχαία ακρόπολη της Αιανής) και την περιοχή Λειβάδια (αρχαία νεκρόπολη της Αιανής) έφερε στο φως αρχιτεκτονικά λείψανα της αρχαίας πόλης της Αιανής, συστάδες τάφων και οργανωμένα νεκροταφεία, που χρονολογούνται από τα προϊστορικά μέχρι τα υστεροελληνιστικά χρόνια. Τα νέα αυτά ευρήματα που σταδιακά αποκαλύπτονταν στις ανασκαφές επιβεβαίωσαν ότι πολύ πρώιμα η Αιανή κατέλαβε θέση πρωτεύουσας στο Βασίλειο της Ελίμειας. Πριν την επίσημη ανασκαφική έρευνα υπήρχε πλανερώς η εικόνα ότι η περιοχή της Ελίμειας φιλοξενούσε φύλα νομαδικά, τα οποία βρίσκονταν σε συνεχείς μετακινήσεις και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να έχουν μόνιμο και αξιόλογο πολιτισμό. Πιθανόν και οι νεότεροι αρχαιολόγοι να είχαν αυτή την εικόνα, παρασυρμένοι από τους αρχαίους ιστοριογράφους (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης), οι οποίοι επίσης προσπερνούσαν την περιοχή μας ως περιοχή που δεν είχε πολιτισμό και μόνιμη οικιστική εγκατάσταση. Συνεπώς ενσωματώθηκε νωρίς (4) στο Βασίλειο των Αργεαδών Μακεδόνων, προγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο προσδιορισμός «Άνω Μακεδονία» εννοεί την ορεινή Μακεδονία, η οποία ταυτίζεται περίπου με τη σημερινή Δυτική Μακεδονία και προσδιορίζεται έτσι (ως Άνω Μακεδονία) σε σχέση με την «Κάτω Μακεδονία» (πεδινή Μακεδονία), των Αργεαδών Μακεδόνων, της γενιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην Κάτω Μακεδονία περιλαμβάνονται οι πόλεις Πέλλα, Βεργίνα, Δίον και αργότερα η Θεσσαλονίκη. Στα προϊστορικά χρόνια η Αιανή υπήρξε αξιόλογο κέντρο παραγωγής της λεγόμενης αμαυρόχρωμης κεραμεικής, η καταγωγή της οποίας ανάγεται σε μεσοελλαδικά (1900-1600 π.Χ.) πρότυπα της νότιας Ελλάδας. Φορείς της θεωρούνται τα βορειοδυτικά ελληνικά φύλλα, στα οποία ανήκαν οι Μακεδόνες, οι οποίοι σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, μετέβησαν από την Πίνδο στη Δρυοπίδα και την Πελοπόννησο, όπου ονομάστηκαν Δωριείς. Παράλληλα, η αφθονία των μηκηναϊκών ευρημάτων από την περιοχή καθιστά ολοένα και πιθανότερη την ύπαρξη μυκηναϊκών εγκαταστάσεων στην Άνω Μακεδονία. Η αρχαία πόλη. Ταυτίζεται με την πόλη που αναπτύσσεται στα επάλληλα πλατώματα ενός λόφου με το χαρακτηριστικό όνομα Μεγάλη Ράχη. Πιθανότατα κατοικήθηκε από το 1000 π.Χ. και σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε μια ισχυρή πόλη, πολύ καλά οχυρωμένη, με μεγάλη οικονομία και εξαγωγές προϊόντων σε πολλές περιοχές. Εχουν ανασκαφεί τρία μεγάλα δημόσια κτήρια και πολλές ιδιωτικές κατοικίες με πλούσια ευρήματα. Τα δύο κτήρια, με συμβατικές ονομασίες Σπίτι των Μεγάλων Δόμων και Στωικό Κτήριο, τα χαρακτηρίζουν χώροι με στοές και παρά την διαρπαγή, ιδιαίτερα των μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών, διασώζουν κομμάτια από ζωγραφιστές υδρορροές, δωρικά και ιωνικά κιονόκρανα, καθώς και σφονδύλους ημικιόνων. Αυτά προϋποθέτουν την ύπαρξη πρώτου ορόφου και μαρτυρούν την μεγαλοπρέπεια και τη σωστή αρχιτεκτονική οργάνωση του χώρου. Το λεγόμενο Στωικό Κτήριο του μεσαίου πλατώματος ερμηνεύεται πιθανότατα ως αρχαία αγορά. Στην αυλή του τρίτου κτηρίου, στο κορυφαίο πλάτωμα, αποκαλύφθηκε τεράστια κυκλική δεξαμενή λαξευμένη στον βράχο, η οποία με την περισυλλογή του βρόχινου νερού συνέβαλλε στην υδροδότηση της πόλης. Οι πρωιμότερες οικοδομικές φάσεις των παραπάνω κτηρίων ανέρχονται στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. και συνεχίζονται αδιάλειπτα ως τον 1ο αι. π.Χ., κατά τον οποίο, μάλλον ειρηνικά (πιθανόν λόγω σεισμού) μετατοπίζονται σε άλλο χώρο, μετά την επικράτηση των Ρωμαίων. Τα σπίτια διέθεταν μικρές αυλές, δωμάτια με εστίες, αποθηκευτικούς χώρους με πιθεώνες και δωμάτια - εργαστήρια με λίθινους χειρόμυλους στις γωνίες. Επισκέψιμες είναι οι οικίες με τα συμβατικά ονόματα Σπίτι με Πιθάρια (διέθετε τεράστιους πίθους (πιθάρια) πιθανόν για αποθηκευτικούς λόγους), Σπίτι με τις Σκάλες (ιδιωτική κατοικία στην ανατολική πλευρά της Μεγάλης Ράχης, οι χώροι της οποίας κατανέμονται, λόγω της κλίσης του εδάφους σε διαφορετικά επίπεδα, που επικοινωνούν μεταξύ τους με λίθινα σκαλοπάτια, ενώ στην πίσω πλευρά της διαμορφώνονται υπόγεια) και το Σπίτι με Αγνύθες (διέθετε τοπικό εργαστήριο υφαντουργίας, όπου βρέθηκαν εκατοντάδες αγνύθες, δηλαδή υφαντικά βαρίδια για τους αργαλειούς). Οι οικίες αυτές χρονολογούνται στα ελληνιστικά χρόνια (300-100 π.Χ). Η πόλη είχε άμεσες πολιτιστικές και εμπορικές σχέσεις με την Κάτω Μακεδονία και τον υπόλοιπο ελληνισμό. Παράλληλα, λειτουργούσε αυτόνομα με δικά της εργαστήρια μεταλλοτεχνίας, αγγειοπλαστικής, υφαντουργίας, κοροπλαστικής και κεραμεικής. Η αποκάλυψη δημοσίων και ιδιωτικών οικοδομημάτων διαμορφώνει την εικόνα μίας οργανωμένης πόλης ήδη από τα υστεροαρχαϊκά και κλασικά χρόνια (αρχές 5ου - 4ος αι. π.Χ.), ενώ και ο 6ος αι. αντιπροσωπεύεται με κεραμεικά ευρήματα), γεγονός που τεκμηριώνει την άποψη μας ότι υπήρχαν ακμαίες και οργανωμένες πόλεις στην Άνω Μακεδονία πολύ πριν την ενοποίηση του μακεδονικού ελληνισμού από τον Φίλιππο Β', στον οποίο οι ιστορικοί απέδιδαν την ίδρυση των πρώτων πόλεων-αστικών κέντρων. Παράλληλα, η αποκάλυψη αρχαϊκών και κλασικών επιγραφών επιβεβαιώνει τη χρήση του γραπτού λόγου και αποδεικνύει ότι η μέχρι τώρα έλλειψη πρώιμων επιγραφών οφειλόταν στην περιορισμένη, όχι συστηματική ανασκαφική έρευνα της μακεδονικής γης. Γνωστοί βασιλείς της Ελίμειας ήταν ο Αρριδαίος (περ. 472 π.Χ.), τρεις βασιλείς με το όνομα Δέρδας (Α΄περ.442 π.Χ., Β΄ περ. 382 π.Χ., Γ΄περ. 358 π.Χ.) και ο «Παυσανίας και άλλοι αδελφοί» του Δέρδα Α΄ όπως αναφέρονται. Τέλος, η Φίλα, αδερφή του Δέρδα Γ' και του Μαχάτα, υπήρξε η πρώτη από τις επτά συζύγους του Φίλιππου του Β'. Είναι γνωστό ότι ο Φίλιππος Β΄, βασιλιάς της Μακεδονίας των Αργεαδών Μακεδόνων ακολούθησε το σύστημα της επιγαμίας (παντρευόταν με γυναίκες από το βασιλικό γένος κάποιων Βασιλείων, με σκοπό να καταστήσει συμμάχους τους βασιλιάδες τους). Σύμφωνα επίσης με μια άποψη και η Ευρυδίκη, κόρη του Σίρρα και μητέρα του Φιλίππου Β' καταγόταν από την Ελίμεια. Η Νεκρόπολη. Οι συστάδες των τάφων και τα εκτεταμένα νεκροταφεία που έχουν εντοπιστεί και εν μέρει ανασκαφεί γύρω από τον λόφο της αρχαίας πόλης χρονολογούνται από την Υστερη Εποχή του Χαλκού ως τα υστεροελληνιστικά χρόνια. Στη Βασιλική Νεκρόπολη των αρχαϊκών χρόνων έχουν αποκαλυφθεί 12 μεγάλοι κτιστοί θαλαμωτοί και μικρότεροι κιβωτιόσχημοι, καθώς και πολλοί λακκοειδείς τάφοι. Τέσσερις κτιστοί τάφοι φέρουν ορθογώνιους περιβόλους, δηλαδή ορθογώνιες κατασκευές από λιθόπλινθους, ενώ τρεις περίβολοι περιέκλειαν λακκοειδείς ταφές. Ο μεγαλύτερος κτιστός τάφος ο Τάφος Α, έχει διαστάσεις 11Χ11 μ. περίπου με πλευρές πλάτους 3 μ., πάνω στις οποίες στηρίζονταν ναόσχημη υπέργεια κατασκευή. Στον κτιστό Τάφο Β, διαστάσεων 8Χ8 μ., διασώθηκαν οι μονόλιθοι της επίπεδης στέγης του θαλάμου. Ο Τάφος Δ περικλείεται από οικοδόμημα ορθογώνιας κάτοψης με χαρακτήρα προφανώς λατρευτικό. Αντικειμενικά κριτήρια για τον χαρακτηρισμό των μεγάλων τάφων ως βασιλικών, αποτελούν οι ναόσχημες κατασκευές πάνω και γύρω τους, οι οποίες δηλώνουν ότι οι νεκροί δεν ήταν απλοί άνθρωποι, αφού μετά τον θάνατό τους έμπαιναν στο «Πάνθεον», ηρωοποιούνταν και λατρεύονταν. Περίλαμπρα ταφικά μνημεία, ως σήματα επιφανών νεκρών, όπως αγάλματα λιονταριών, αγάλματα κούρων και κόρης, άγαλμα γενειοφόρου των αρχών του 5ου αι. π.Χ., ζωγραφιστές ιωνικές, ανθεμωτές στήλες, όλα σε ντόπιο μάρμαρο και λίθο, καθιστούν μοναδική τη νεκρόπολη της Αιανής για όλο τον βορειοελλαδικό χώρο. Τα κτερίσματα που διασώθηκαν από τη συστηματική σύληση του νεκροταφείου, ήδη από την αρχαιότητα, παρουσιάζουν εξαιρετική ποιότητα και ποικιλία, στοιχεία που μαρτυρούν εύρωστη οικονομία, υψηλό βιοτικό επίπεδο και εντάσσουν την περιοχή στην πολιτισμική και θρησκευτική κοινή του υπόλοιπου ελληνισμού: χρυσά, αργυρά, και χάλκινα κοσμήματα, σιδερένια και χάλκινα σκεύη και όπλα, πήλινα μελανόμορφα αγγεία, πήλινα ειδώλια, οστέινα περίτμητα πλακίδια, αριστουργήματα της μικροτεχνίας, γυάλινα και αλαβάστρινα αγγεία. Οι προαναφερόμενοι αρχαιολογικοί χώροι είναι επισκέψιμοι σήμερα, ενώ πολλά από τα προαναφερόμενα ευρήματα μπορεί κανείς να θαυμάσει στην έκθεση του αρχαιολογικΑού Μουσείου Αιανής. Αιανή, 3 Δεκεμβρίου 2024 Γρηγόρης Αθ. Κοντός- Φιλόλογος Παραπομπές (1) Ηροδότου Ιστορία: “δοκέειν δέ μοι, ἀρρωδίη ἦν τὸ πεῖθον, ὡς ἐπύθοντο καὶ ἄλλην ἐοῦσαν ἐσβολὴν ἐς Θεσσαλοὺς κατὰ τὴν ἄνω Μακεδονίην διὰ Περραιβῶν κατὰ Γόννον πόλιν, τῇ περ δὴ καὶ ἐσέβαλε ἡ στρατιὴ ἡ Ξέρξεως». (2) Σε μία αναθηματική στήλη, η οποία βρέθηκε στην Αιανή και εκτίθεται σήμερα στο αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής υπάρχει η ανθηματική επιγραφή: «ΘΕ[Ω ΔΕΣΠΟΤ[Η ΠΛΟΥΤΩΝΙ ΚΑΙ ΤΗ ΠΟΛΕΙ ΕΑΝΗ – Τ ΦΛΑΥΙΟΣ ΛΕΩΝΑΣ». (3) Την αρχαιολογική συλλογή επιμελούνταν ο δάσκαλος τότε στην Αιανή Κων/νος Σιαμπανόπουλος. (4) Ο Θουκυδίδης αναφέρει: «Τῶν γάρ Μακεδόνων εἰσί και Λυγκησταί και Ἐλιμειῶται και ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, ἅ ξύμμαχα μέν ἐστι τούτοις και ὑπήκοα, βασιλείας δ’έχει καθ’αυτά. Τήν δέ παρά θάλασσαν νῦν Μακεδονίαν Ἀλέξανδρος ὁ Περδίκκου πατήρ και οἱ πρόγονοι αὐτοῦ, Τημενίδαι το ἀρχαῖον ὄντες ἐξ Ἄργους, πρῶτοι ἐκτήσαντο…» (Ιστοριών Β, 99,2-3)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου