Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Ο ΠΕΖΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Λήγοντος του έτους Σεφέρη δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να μνημονεύσω τον τιμώμενο ποιητή, περνώντας όμως στην απέναντι όχθη του έργου του. Παρότι η πρώτη μου συνάντηση με το Σεφέρη έγινε μέσα από τα ποιήματά του, αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω κατ’ οκοινομίαν για τον πεζό του λόγο και είμαι βέβαιος ότι δεν αδικώ στο ελάχιστο τον ποιητικό του λόγο. Ο πεζός Γ. Σεφέρης είναι ο χάρακας που μας οδηγεί, όσο τον κρατάμε σωστά, κατευθείαν στην ποίησή του και στην αποκρυπτογράφησή της. Συμβαίνει κι εδώ ό,τι συμβαίνει με άλλους δημιουργούς της σύγχρονης Ελλάδας: τον Παλαμά, τον Ελύτη, κ.α. Τα πεζά έργα του Σεφέρη διαβάζονται ως πλαίσιο που μέσα του τοποθετείται το στέμμα της ποίησης. Κι ενώ φαίνονται επικουρικά έναντι του ποιητικού λόγου (για τον οποίο κατεξοχήν τιμήθηκε ο Γ. Σεφέρης με το βραβείο Νόμπελ), είναι απολύτως σαφές ότι το δοκιμιακό και ημερολογιακό του υλικό διατηρεί τη δική του αυτονομία και δύναμη. Η καθηγήτριά μου στο πανεπιστήμιο Άλκη Νέστορος – Κυριακίδου έδειχνε κάποτε, μας διηγούνταν, την εργασία της επί υφηγεσία στον καθηγητή της. Κι εκείνος απάντησε «Είναι καλή, αλλά θα την ξαναγράψεις, αφού πρώτα διαβάσεις τις «Δοκιμές» του Γιώργου Σεφέρη». Ξεκίνησα ανεκδοτολογικά για να υπερασπιστώ την αυτονόητη επισήμανση: ο πεζός λόγος του Σεφέρη είναι λόγος αυθεντικά ελληνικός που έχει κατορθώσει να συγκεράσει μέσα του όλους τους γλωσσικούς αναβαθμούς των ελληνικών γραμμάτων, από τον Διγενή μέχρι τον Σολωμό, με πάμπολλους ενδιάμεσους σταθμούς: τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου, το Δημοτικό μας τραγούδι, τον Καβάφη, τον Κάλβο, τον Μακρυγιάννη κ.α. Οι Δοκιμές του Σεφέρη, φωτεινό κεφάλαιο της νεοελληνικής κριτικής σκέψης και της ελληνικής και ευρωπαϊκής πνευματικής παράδοσης, μπορούν να διδάξουν πάρα πολλά στον υποψιασμένο αναγνώστη του. Ο Σεφέρης αποδεικνύεται ένας καθαρός κριτικός νους, που δεν λαθεύει εύκολα, ή, κι αν λαθεύει, αφήνει πολύ τίμια ανοιχτό το δρόμο για μια άλλη θεώρηση. Χωρίς να υπακούει σε προκατα-σκευασμένα σχήματα κριτικής, παρακολουθεί νηφάλια το θέμα του, με «συνείδησιν έξυπνην»,όπως θα έλεγε ο Σολωμός. Η αίσθηση που αφήνουν τα δοκίμια του είναι μια τρυφερότητα και αγάπη για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν, αλλά ταυτοχρόνως και μια στερεομετρία που δύσκολα επιτρέπει στον αναγνώστη του να μη δεχθεί την άποψή του. Καμιά περίπτωση σχολαστικισμού, στειρότητας. Νιώθεις πως ο Σεφέρης μιλάει, όταν πρέπει να μιλήσει. Ποικίλα θέματα και δημιουργοί περνούν μέσα από τις πυκνές δοκιμιακές του σελίδες, και η κάθε δοκιμή του για πρόσωπο ή θέμα, έχει το χαρακτήρα μιας ολοκληρωμένης μονογραφίας, με εντελώς σφιχτό και συστηματικό πυρήνα. Ενδεικτικά μόνο μερικά θέματα των δοκιμών του: Έλιοτ, Κάλβος, Μακρυγιάννης, Κορνάρος (Ερωτόκριτος), Καβάφης, Σολωμός, Παλαμάς, αλλά και διάλογος για την ποίηση, Δελφοί, η γλώσσα στην ποίηση, τα μοναστήρια της Καππαδοκίας κ.α. Όπως και στην ποίηση, και στον πεζό του λόγο διαφαίνεται ο ώριμος δημιουργός: ανοίγει τις κεραίες του και ό,τι εισπράττουν το ανασυνθέτει και το μεταπλάθει σ ένα δικό του γόνιμο και καλλιεπή λόγο. Η γλώσσα του, μια χορτασμένη δημοτική γλώσσα, δεν ακκίζεται, δεν αυτοναρκισσεύεται. Φαίνεται εντελώς κατακτημένη και πειθήνια στα κελεύσματα του δημιουργού της. Φαίνεται όμως ταυτόχρονα και ο αφομοιωμένος επηρεασμός από τη γλώσσα άλλων δημιουργών, όπως ο Κορνάρος, ο Μακρυγιάννης, ο Σολωμός κ.α. «Ζήτησα το καλύτερο…» σημειώνει στην αρχή των δοκιμών του «εννοούσα πως ήθελα περισσότερη συγκέντρωση στην ακρίβεια, περισσότερη μελέτη της ελληνικής έκφρασης», και παρακάτω, στον ίδιο πρόλογο των δοκιμών, «όποιος δεν αγωνίζεται γαι να κυριαρχήσει το υλικό του, δεν είναι τεχνίτης και η ευαισθησία του είναι λειψή». Δεν μπορεί βεβαίως κανείς να αρνηθεί, με δεδομένη την αγάπη του για το λόγο, πως ο Σεφέρης υπήρξε ένας λαμπρός φιλόλογος, με όλη την αυστηρότητα του ορισμού αυτού. Η εξαιρετική του επάρκεια και ευαισθησία στη γλώσσα έδωσε δείγματα φιλολογικής ανάλυσης υψηλού επιπέδου. Στο δοκίμιό του «μονόλογος πάνω στην ποίηση» κατορθώνει να ορίσει με ακρίβεια χειρουργού τις διαφορετικές χρήσεις της γλώσσας, η οποία, ενώ στις περισσότερες χρήσεις της είναι αντικειμενική, στην ποίηση αποκτά συγκινησιακό χαρακτήρα και μπορεί έτσι μέσω του κοινού συναισθήματος να προσεγγίσει τον αναγνώστη. Στους εφτά τόμους του προσωπικού του ημερολογίου (Μέρες α-ζ) και στους δύο τόμους του πολιτικού του ημερολογίου, μπορεί κανείς να ανακαλύψει ένα ολόκληρο και σχεδόν ολοκληρωμένο ψηφιδωτό, τόσο του Σεφέρη, όσο και της πνευματικής ζωής της Ελλάδας και της Ευρώπης εν γένει. Μέσα από τις σελίδες των ημερολογίων του ζει κανείς από τα πιο ασήμαντα φαινομενικά, μικρά περιστατικά, μέχρι τις βαθύτερες ,εντελώς φιλολογικού τύπου, παρατηρήσεις για ζητήματα της μετάφρασης, της γλώσσας, της σχέσης μας με το αρχαιοελληνικό κείμενο, της φύσης της κριτικής κ.α. Η άποψή του αίφνης για τη μετάφραση: «Ίσως στις κακές μεταφράσεις (κακές ορισμένου είδους) το ύψος του πρωτοτύπου να φαίνεται καλύτερα (η τέλεια μετάφραση είναι άλλο έργο)».(Μέρες, Α΄). Και για την κριτική, που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα ως είδος λόγου: «η κριτική στην Ελλάδα είναι υδροκέφαλη΄ πηγάζει από θεωρίες, φιλοσοφίες, μεταφυσικές΄ είναι αφηρημένη, δεν έχει τραφεί από έργα, ίσως γιατί είναι τόσο λίγα. Έτσι που είναι τα πράγματα, μοιάζουμε να θέλουμε να πάμε από την κριτική στη δημιουργία, όχι από τη δημιουργία στην κριτική. Η κριτική μας, τέτοια που είναι, όταν την εφαρμόζουμε στην καθημερινή παραγωγή, μοιάζει με το πουκάμισο ενός μεγάλου που θα θέλαμε να το φορέσουμε σ’ ένα νήπιο.» (Μέρες Α΄). Τα δοκίμια και τα ημερολόγια του Σεφέρη άφησαν ισχυρά τα ίχνη του στις κορυφογραμμές της νεοελληνικής γραμματολογίας και ανέδειξαν έναν αστερισμό στα ελληνικά γράμματα΄ σ’ αυτό τον αστερισμό μυηθήκανε πάμπολλοι άνθρωποι που ασχολήθηκαν έκτοτε με τα γράμματα. Με την άψογη φιλολογική του ματιά, με την εκλεπτυσμένη ποιητική του φυσιογνωμία καθιέρωσε έναν τρόπο γραφής, που αποδείχτηκε και στην ποίησή του ιδιαιτέρως εμπράγματος. Ο ίδιος καταλάβαινε τον τελικό σκοπό της ποίησης, που είναι η δημιουργία. «Στερνός σκοπός» έγραφε στις δοκιμές του (τόμος Α΄) «του ποιητή δεν είναι να περιγράφει τα πράγματα, αλλά να τα δημιουργεί περιγράφοντάς τα». Αντιλαμβάνονταν όμως σαφώς και τη δυσκολία να γράψεις ποιήματα, όταν με απόλυτο και ξεκάθαρο τρόπο έγραφε στον 5ο τόμο του ημερολογίου του: «πιο δύσκολο να συμπληρώσεις ένα στίχο παρά να σηκώσεις ένα βράχο». Από τις παραπάνω και πολλές ακόμα παραπομπές αισθανόμαστε πως το πεζό έργο του Σεφέρη λειτουργεί ως υπόστρωμα για την κατανόηση και αποκρυπτογράφηση του ποιητικού του έργου.Ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, όπως είναι ο Γ. Σεφέρης στην ποίηση, πρέπει να προσεχθεί σε πάρα πολλά επίπεδα, διότι υπάρχουν ποικίλες προεκτάσεις, που, αν δεν προσεχθούν, εύκολα μπορούν να ξεστρατίσουν κάποιον στα συμπεράσματά του. Μέσα από το πεζό έργο του κατανοούμε καλύτερα τις αφετηρίες και αφορμές του ποιητικού του έργου, τους μηχανισμούς παραγωγής της ποίησής του. Εντελώς σχηματικά, να μερικές από τις συντεταγμένες που προκύπτουν από την ανάγνωση του πεζού του έργου και δίνουν ασφαλές στίγμα και για την ποίησή του: α) η βαθιά του γνώση και ευαισθησία στα κλασικά ελληνικά γράμματα. «Διαβάζω της Μαρώς Προμηθέα», γράφει στις Μέρες (τομ. Δ΄) «αγωνιζόμουνα να κρατήσω τους λυγμούς». β) η καταγωγή του απο τη Σμύρνη κι ο καημός του για τη γενέτειρα. γ) ο σταθερός ευρωπαϊκός προσανατολισμός του και η εντρύφησή του σε Ευρωπαίους ποιητές και διανοητές, όπως ο Σαίξπηρ, ο Δάντης, ο Ελιοτ, ο Ώντεν, ο Ελυάρ, ο Μαλλαρμέ, ο Μποντλέρ, ο Ουώλτερ, αλλά κι ο Μαγιακόφσκι, ο Λόρκα κ.α. δ) η πολιτική του καριέρα ως διπλωμάτη σε διάφορες πρεσβείες ξένων χωρών, χώρο από τον οποίο αντλούσε όχι ιδιαίτερα θετικά βιώματα, ε) η Ελλάδα που κουβαλούσε μέσα του, αφού έλειψε για χρόνια, λόγω της ιδιότητάς του, στο εξωτερικό. Γι’ αυτό μονολογεί στο ημερολόγιό του (Μέρες Β΄): «Η σκέψη μου απλωμένη σ’ όλο μου το κορμί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα΄ ίσως γι’ αυτό μπόρεσα να γράψω, σοβαρά, ποιήματα». Ο Γ. Σεφέρης πίστευε πως το υλικό του ποιητή είναι οι λέξεις. Αν δεν κταταφέρεις να τιθασεύσεις αυτό το υλικό, τότε η ποίηση είναι κενό γράμμα. Για τούτο και μόχθησε πολύ το ποιητικό αυτό εργαλείο να το τελειοποιήσει στο εργαστήριο τού πεζού του λόγου΄ να ακονίσει το λεπίδι του όσο γίνεται καλύτερα, ώστε να κόβει απλά και σταράτα το «υλικό» του κόσμου και της εποχής του. Για τον λόγο τούτο δεν μπορούσε να καταλάβει τους ποιητές που αδυνατούν να εκφραστούν στο πεζό : «είναι θέμα για σοβαρή μελέτη αυτή η αδυναμία των ποιητών μας να εκφραστούν στο πεζό. Κοίτα τον Σικελιανό΄ ο Μαλακάσης ούτε μια γραμμή πρόζα δεν μπορούσε να σύρει. Πρόχειρα θα έλεγε κανείς πως «τα φτερά τους τούς εμποδίζουν να περπατήσουν»΄ αλλά γιατί είναι όλη την ώρα μπερδεμένοι μέσα στα φτερά τους; Ο Σολωμός, δεν του έλειπαν τα φτερά΄ όμως είναι πρώτης γραμμής πεζογράφος.» (Μέρες Ε΄). Θα ήθελα να καταλήξω, χωρίς ποσώς να μειωθεί το ποιητικό του έργο, πως ο Γ. Σεφέρης κατέστησε τον πεζό του λόγο θύλακα της ανα-γέννησης του ποιητικού του λόγου και μας έκανε κοινωνούς ενός σημαίνοντος έργου εν προόδω, τόσο στην Έλλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Αν σήμερα μπορούμε να μιλάμε για ένα αναγνωρίσιμο πεδίο πνευματικής Ελλάδας, το οφείλουμε εν πολλοίς στην οξυνούστατη κριτική σκέψη και στην ευαισθησία του Γιώργου Σεφέρη. Γ. Α. ΚΟΝΤΌΣ

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Το κείμενο που ακολουθεί είχε δημοσιευθεί παλιότερα στο περιοδικό «Παρέμβαση» της Κοζάνης. Κατατίθεται και εδώ, ως μικρό μνημόσυνο στη μνήμη του λογίου σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου, του οποίου η μοίρα υπήρξε φρικτή.


Η Αιωνιότητα μιας μέρας

Ο κινηματογράφος του Θ. Αγγελόπουλου μας συνήθισε στην ποιητική όραση. Είναι σκηνές, που απαιτούν άσκηση (αν όχι κι ασκητικότητα) κι όχι χαλάρωση για προσώρας απόλαυση. Η πραγματική απόλαυση χύνεται μέσα σου, όταν αρχίσει να κατακάθεται εντός σου η ιδέα του έργου. Η αισθητική άλλωστε ηδονή είναι προϊόν επίπονων διεργασιών.
Στη βραβευμένη του ταινία η ποιητική ατμόσφαιρα (ποιητικήν ατμοσφαίραν τη λέει ο Σολωμός) είναι πρόδηλη και προδηλωμένη. Η ποίηση είναι η σχεδία που μας ταξιδεύει στο χρόνο του έργου και στο χρόνο του κόσμου. Τρία μικρά παιδιά στην παραλία, μπροστά από ένα αρχοντικό σπίτι του περασμένου αιώνα, βουτάνε στη θάλασσα. Στον πάτο της ανακαλύπτουν απομεινάρια, σπασμένες κoλώνες και μάρμαρα, ό,τι απέμεινε από αρχαία πόλη, που κάποτε υπήρχε, βυθίστηκε όμως με τον καιρό. Νά είναι άραγε η χαμένη Ατλαντίδα, όπως την περιγράφει ο Πλάτωνας; Σίγουρα, είναι η έκταση του χρόνου προς τα πίσω και προς τα μπρος' τα παιδιά, που είναι το αύριο,παίρνουν στα χέρια τους το χθες (την προαιώνια πόλη).
Ακούγεται ξάφνου η φωνή του πρωταγωνιστή, του Αλέξανδρου: "Τι είναι ο χρόνος;" και η απάντηση από άλλο παιδί: "Ο παππούς μου λέει ότι χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει πεντόβολα στην άκρη της θάλασσας". Η ηρακλείτεια αυτή φράση (διότι παππούς δεν είναι άλλος από τον Ηράκλειτο) σημαίνει και την εμπλοκή του σκηνοθέτη στο χρόνο: το τώρα και το χθες, το στιγμιαίο και το άπειρο.
Στην αφηγηματική συγχρονία: ο πρωταγωνιστής Αλέξανδρος, ένας εξηνταπεντάρης ποιητής, πάσχει από ανίατη ασθένεια. Η ιδέα του αναπότρεπτου προκαλεί την περιπέτεια του χρόνου. Θυμάται και ζει, ζει και θυμάται. Ζει το ξεπούλημα του σπιτιού του στη θάλασσα από την κόρη του. Θυμάται πολλές όμορφες ανθρώπινες στιγμές: γλέντια, κοσμικότητες, τις ερωτικές του στιγμές, την ομορφιά μιας καλοκαιρινής μπόρας, όλα αυτά χαμένα και χωμένα στην αχλύ του χρόνου. Ακροβασία, ένα ανεπαίσθητο ξεγλύστριμα από το σήμερα στο χθες και τανάπαλιν. Δύσκολα ξεχωρίζει κανείς ποιο είναι το χθες και ποιο το σήμερα. Η διαχρονία αυτή συγκροτεί όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή και δίνει το αίσθημα της συνέχειας, του συνεχούς καλύτερα, όπου το χθες και το σήμερα αλληλοπεριχωρούνται.
Η μοίρα του τον συνδέει μ' ένα μικρό βορειοηπειρώτη, παιδί των φαναριών. Δένεται μαζί του ανεξήγητα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Βιάζεται να ξεφορτωθεί τον μικρό ξένο, να τον εξορίσει, να τον βγάλει από τα όρια της ζωής του, από τον λιγοστό του χρόνο. Ανακαλύπτει συν τω χρόνω ότι του είναι απαραίτητος ο μικρός. Για τούτο θέλει να προστατέψει το παιδί, να το φυλάξει. Εκείνο όμως πολλές φορές του ξεφεύγει. Ο χρόνος ξεγλιστρά μέσα απ' τα χέρια του. Νιώθει αυτόν τον συμβολισμό. Ο μικρός του φίλος τού φαντάζει ασυντέλεστος χρόνος, η προσδοκία της ζωής, το όνειρο φρέσκο και ελπιδοφόρο. Απ' την άλλη πλευρά συναισθάνεται τη δική του, τραγική τελεσιδικία: ο συντελεσμένος χρόνος, που ήδη δαπανήθηκε. Χαίνει μπροστά του η πρόκληση του βιολογικού τέλους. Ο Αλέξανδρος γνωρίζει το τέλος του. Είναι αυτή η μια μέρα, το αύριο. "Τι είναι το αύριο;", θυμάται ότι ρώτησε κάποτε τη γυναίκα του. "Τι είναι το αύριο, Άννα;" "Μια αιωνιότητα και μια μέρα" απάντησε εκείνη. Τη μια μέρα ήδη την ξόδευε' του απόμεινε μια αιωνιότητα.
Το τράνταγμα είναι ισχυρό. Τον σπρώχνει οριστικά προς τα πίσω. Η νοσταλγία, η επιστροφή στην προηγούμενη ζωή, σαν σε αργό κινηματοργαφικά γύρισμα (άλλωστε για κινηματογράφο πρόκειται) περνάει από το νου του ποιητή και εμβαπτίζεται στην κολυμπήθρα της ποίησης.
Η κοντινή του μνήμη τον επαναφέρει στην προσωπική του ζωή, στη μάνα του και στη γυναίκα του, που δεν υπάρχουν πια. Η μακρινότερη μνήμη, που γίνεται όραμα τόσο ζωντανό και ψηλαφητό, τον βοηθά να αναζητήσει την αιωνιότητα. Ένας άλλος κάτοχος της αιωνιότητας, ο Διονύσιος Σολωμός, έρχεται κοντά του, όραμα παραμυθίας. Κι εκείνος (ο Σολωμός) έκτιζε στον πρόσκαιρο βίο του την αιωνιότητα με "ευτελή" λαϊκά υλικά, τις λέξεις, που αγόραζε απ' τους απλούς ανθρώπους. "Αλαφροϊσκιωτε", "άβυσσος", "δροσιά", "άγνωρον".
Πολλά άλλωστε ποιητικά σήματα (σήματα αιωνιότητας) διατρέχουν ολόκληρο το έργο: "έχω μια γεύση αλμύρας, θάλασσας στο στόμα" ψιθυρίζει κάπου ο Αλέξανδρος, κι ο συνειρμός του μας οδηγεί στον Ελύτη. Το δημοτικό τραγούδι του ξενιτεμένου, που τραγουδάει το μικρό παιδί, μας πάει στη δημοτική ποίηση, ενώ ένας μονόλογος της Άννας καταλήγει μ' ένα τρίστιχο του Ρίλκε : "Σε κοιτάζω με κλειστά τα μάτια, /σ' ακούω με τ' αυτιά σφραγισμένα./ Χωρίς στόμα σε παρακαλώ."
Αυτή τη γεύση του αιώνιου δίψασε ο δικός μας ποιητής κι αυτή θέλησε να κυνηγήσει. Τον ρωτά κάποτε ο μικρός του φίλος: "Σε βλέπω να χαμογελάς, αλλά είσαι λυπημένος. Να σου φέρω λέξεις;", ήγουν να σου φέρω τα υλικά της αιωνιότητάς σου; Κι αυτός έπαιξε το παιχνίδι, όσο σεργιανούσε στον κόσμο. "Αγόρασε" από τον μικρό του φίλο, το παιδί - χρόνο, τα δικά του υλικά για την αιωνιότητα: "κορφούλα μου", "ξενίτης", "αργαδινή". Tο παιδί -χρόνος είναι ποίηση ή ξέρει από ποίηση. Παιχνίδια του χρόνου δηλαδή. Τα όρια του χρόνου είναι τελικά απεριόριστα. Αυτόν το συγκλονισμό βίωνε στα τελευταία του. Αρχή και τέλος συμφιλιώνονται. Όμως έρχεται η στιγμή που το παιδί πρέπει να φύγει. Και τότε η απελπισία του ποιητή: "μείνε μαζί μου", "αργαδινή" απαντά το παιδί, πολύ αργά. "Πρέπει να φύγω γιατί και συ θα φύγεις και δεν έχω άλλον". "θάχεις", συμπληρώνει ο ποιητής, "θάχεις το μεγάλο ταξίδι σε λίγο, τα λιμάνια, τον κόσμο" (συνειρμός Καβάφη).
Ο ποιητής επιστρέφει μόνος. Το αυτοκίνητο σταματά στο φανάρι. Ανάβει πράσινο, μα το αυτοκίνητο ακινητεί. Αρχίζει να χαράζει. Είναι το αύριο; Πόσο κρατάει το αύριο; Το έχει αποφασίσει, δεν θα μπει στο νοσοκομείο. "Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος..."
Εδώ σταματά ο χρόνος και για τον πρωταγωνιστή και για την ταινία. Ο ποιητής στέκεται μπροστά στη θάλασσα και πετάει στην απεραντοσύνη της μία-μία τις "αγορασμένες" λέξεις του : "κορφούλα μου", "ξενίτης", "αργαδινή". Ο σκηνοθέτης δεν μας δείχνει την εξέλιξη του πρωταγωνιστή. Είναι ήδη μπολιασμένος με την αιωνιότητα της ποίησης και της ζωής; Το αύριο, η μία μέρα κρατά μιαν ολόκληρη αιωνιότητα. Αρκεί να το πιστέψεις και να την αποδεχθείς.
Όσο για τους ιστορικούς και κοινωνικούς συνειρμούς του έργου πρέπει να δεχθούμε ότι εδώ χρησιμοποιούνται κατά σύμβασιν. Τόσο το όνομα Αλέξανδρος (άλλος ένας αιώνιος), με τις αυτονόητες εθνικές του συνηχήσεις, όσο και τους μικρούς Αλβανούς μετανάστες, που εκμεταλλεύονται ποικιλοτρόπως οι επιτήδειοι, τους χρησιμοποιεί κατά περίπτωση ο σκηνοθέτης. Παρεμπιπτόντως θα λέγαμε. Υπάρχει και η επικαιρότητα...
Έχω την εντύπωση πως δεν μπορεί κανείς να δει την ταινία με τη συμβατική ματιά, που θα έβλεπε κάποιες άλλες ταινίες. Δεν μιλάμε εδώ για τη φυσική εξέλιξη μιας ιστορίας, με αρχή, μέση και τέλος. Μιλάμε για τη διαχρονία της ποίησης και της φιλοσοφίας: για την αγωνιώδη εν γένει προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει το χρόνο, άρα και το θάνατο. Πετυχαίνει ο Αλέξανδρος την αθανασία ένα βήμα πριν το θάνατό του;
Αυτό είναι ένα τεράστιο ερωτηματικό. Μετά, τα πεντόβολα του χρόνου παραδίδονται στο θεατή...




Υ.Γ.1 Ο Θ. Αγγελόπουλος τίμησε με τον καλύτερο τρόπο την επέτειο των διακοσίων χρόνων (1798 -1998) από τη γέννηση του Σολωμού.
Υ.Γ.2 Η ταινία γυρισμένη πάλι σε βορειοελλαδικά τοπία. Να σημαίνει άραγε αυτό ένα είδος έμπνευσης για το δημιουργό;

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Ζω με τις ιδέες μου
Μονόλογοι αναγνώστου


Ο δε νεκρός χαμογελούσε- το βλέπεις και συ, αναγνώστη" - Ρ. Γαλανάκη


Διάβαζα το μυθιστορηματικό χρονικό "αμίλητα, βαθιά νερά" της Ρέας Γαλανάκη. Δεν έχω ξανασυναντήσει κείμενο στη μακρά θητεία μου ως αναγνώστη που να επικαλείται και να καλεί με τέτοια ένταση και επιμονή τον αναγνώστη. "Ας με συμπαθήσουν για τα όποια ατοπήματά μου οι ζωντανοί΄ ανάμεσά τους κι εσύ, αναγνώστη και συμπαίκτη μου σ' αυτό το, δίχως νικητή και νικημένο, ωραίο παιχνίδι", γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου της η Γαλανάκη.
Με αφορμή αυτή τη σχεδόν μανιακή επιμονή στην πρόσκληση του αναγνώστη εκ μέρους του συγγραφέα ζυμώνω την υπόθεση του αναγνώστη και της ανάγνωσης. Ποιος είναι τελικά ο αναγνώστης;
Διαβάζω χρόνια, συστηματικός αναγνώστης, μα χρειάστηκε να περάσω από πολλά αναγνωστικά στάδια για να καταλάβω. Τώρα αποφασίζω οριστικά: είναι τίτλος η ανάγνωση. Είναι αξιέραστος ο ρόλος του αναγνώστη και καθόλου παθητικός. Κάθε φορά που καλούμαι να διαβάσω, επιστρατεύω ολόκληρο το οπλοστάσιό μου από λογοτεχνικές μνήμες, όπως ο κολυμβητής επιστρατεύει την ικανότητά του να κολυμπά σε όποιο νερό κι αν ριχθεί.
Απίστευτα διαβάσματα έρχονται στην επιφάνεια της συνείδησης. Σκέψεις, προσδοκίες, ιστορίες, πρόσωπα, αισθητική, ιδέες, συνωστίζονται ανάμεσα σε μένα και το βιβλίο και προσπαθούν να θέσουν σε λειτουργία το μηχανισμό της κατανόησης.
Ιδέες: εξαιρετικά ανθεκτικά και θρεπτικά "όντα". Ο Γ. Μαγκάκης έγραφε όταν ήτανε στη φυλακή: "Ζω με κάτι ιδέες που αγαπώ. Αυτές γεμίζουν τις μέρες και τις νύχτες μου. Σ' αυτή την ύπουλη ομοιομορφία των ακίνητων ωρών μου αντιτάσσω την συνομιλία με τις ιδέες μου".
Ζω με τις ιδέες μου. Ζω απ' τις ιδέες μου. Αλλά και τρέφομαι από τις ιδέες των άλλων. Καθώς διαβάζω, σκοτώνω ακαριαία το συγγραφέα και ρουφώ λαίμαργα ως αναγνώστης το μέλι και την οδύνη του. Δεν αγνοώ βεβαίως ότι πριν την οδύνη υπήρξε η πνευματική ωδίνη του συγγραφέα. Κι όμως εγώ τον σκοτώνω. Σαν τη μέλισσα: μόλις κεντρίσει τον ανυποψίαστο, εκείνη πεθαίνει. Κι εκείνος συνειδητοποιεί αργά- αργά το κέντρισμα. Πρήζεται το δέρμα του, νιώθει τον πόνο του κεντρίσματος και μια επίμονη, ενοχλητική φαγούρα. Κάτι αντίστοιχο νιώθω κι εγώ. Έχουν μπει ήδη στο αίμα μου οι ιδέες και οι σκέψεις του άλλου και ανακατώθηκαν με τις δικές μου.
Σαν άλλος δήμιος και εγώ, όπως περιγράφει ο Ρ. Μπαρτ, σκοτώνω το συγγραφέα για να ζήσω εγώ. Να ζήσουν οι ιδέες μου. Να ζήσει και να αναπτυχθεί το μπόλι τους με τις "ξένες" ιδέες. Από αυτό το μπόλι, αν πετύχει, πρόκειται να πάρω τους καρπούς μου.
Να γιατί νιώθω προνομιούχος ως αναγνώστης. Ο Μαλλαρμέ αντικειμενοποιούσε τα πράγματα. "Το γεγονός του βιβλίου είναι η ύπαρξή του" έλεγε. Νιώθω πως το βιβλίο κείται εκεί, για μένα. Αρχίζει όμως να υπάρχει, όταν εγώ έρθω σε επαφή μαζί του. Όταν το χρειαστώ, θα το αναζητήσω και δεν θα μου αρνηθεί τη συμμετοχή του, δεν θα αντιδράσει στην πρόταση φιλίας που του κάνω.
Χαίρομαι, όταν αντιλαμβάνομαι ότι παρά τις προσπάθειες πολλών, όπως οι Νέοι Κριτικοί, να εξορίσουν τον αναγνώστη από την περιοχή του βιβλίου, δεν αδικούμαι ως αναγνώστης: υπάρχω κι εγώ, αποκτώ δικαιώματα (αναγνωστικά δικαιώματα), όπως ο συγγραφέας κατέχει τα συγγραφικά δικαιώματα. Μπορώ κάθε φορά να επιχειρώ τη δική μου εξήγηση, να προσθέτω τις δικές μου ιδέες. Μπορώ ακόμα να αποτύχω σε οποιαδήποτε εξήγηση. Ας είναι κι έτσι! Μου μένει κέρδος η ίδια η ανάγνωση.
Σκέφτομαι πόσο βολικά μπορώ να κινηθώ ανάμεσα στους οπαδούς της λογοτεχνικής εξήγησης. Κάποιοι από αυτούς λένε ότι οφείλουμε να ψάχνουμε στο κείμενο αυτό που ο συγγραφέας ήθελε να πει. Άλλοι πάλι λένε ότι πρέπει να ψάχνουμε στο κείμενο αυτό που ο συγγραφέας μας λέει τελικά, αναξάρτητα από τις προθέσεις του. Ανάμεσα σ' αυτά τα διασταυρούμενα πυρά χώνομαι συμβιβαστικά κι εγώ. Αναγνωρίζω κάπου εκεί το ρόλο μου ως κριτήριο για την αξία ενός κειμένου. Μπορώ ν' αποφασίσω τελεσίδικα τι λέει ο συγγραφέας ή τι ήθελε να πει. Μπορώ να αποφασίσω αν οι ιδέες του μου κάνουν κι ανταμώνουν με τις δικές μου.
Αναρωτιέμαι όμως: μπορώ να κινώ τόσο εύκολα τα νήματα ενός έργου, χωρίς να βγάζει τσιμουδιά ο συγγραφέας; Μπορώ να κατευθύνω τη σκέψη μου, όπου εγώ θέλω και να αξιοποιώ κατά το δοκούν την πρόθεση του συγγραφέα ερήμην του. Έχω την ευκαιρία για μια τέτοια ηδονή; Φαίνεται πως ναι. Αυτό είναι το παιχνίδι της γραφής και της ανάγνωσης. Πώς θα παράγονταν αλλιώς ιδέες που προωθούν την ανθρώπινη σκέψη και πρακτική; Ο Ουμπέρτο Έκο έγραφε πως κάθε έργο είναι ανοικτό σε μια απεριόριστη γκάμα πιθανών αναγνώσεων. Όντως περίεργα παιχνίδια!
Τελικά το λογοτεχνικό κείμενο είναι μια συνεχής απόπειρα, ένα work in progress, όπως έλεγαν οι στρουκτουραλιστές. Έτσι κι αλλιώς η συγχρονία του κειμένου δεν ευνοεί το σκοπό του που είναι η αιωνιότητα. Με αυτό το πνεύμα η ανάγνωσή μου αποκτά άλλη δυναμική, όταν συνειδητοποιώ ότι διαβάζω τώρα κάτι, αλλά έχω τον οπλισμό για να ερμηνεύσω το τότε. Με αυτή τη διαχρονία στην αναγνωστική μου ματιά, το διάβασμα γίνεται οπωσδήποτε πιο ενδιαφέρον…
Κάποιος όμως θα μου έλεγε: με αυτό τον τρόπο αγνοείς τη σύγχρονη πραγματικότητα. Είναι κι αυτή μια κατηγορία που ακούγεται κυρίως για τη λογοτεχνία: ότι αδιαφορεί για την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα είναι δική μου (του αναγνώστη) η αποστροφή προς την πραγματικότητα. Πρόσκαιρη έστω. Το βιβλίο γίνεται το εφαλτήριό μου για να πηδήσω έξω από τα άθλια νερά της καθημερινότητας και να χωθώ μέσα στα τεχνητά διηθημένα, καθαρά νερά της ανάγνωσης. Το κείμενο γίνεται η όαση στην οποία καταφεύγω για να προστατευθώ.Πόσο όμως μπορώ να παραμένω μέσα σ' αυτή την ονειρική κατάσταση; Σιγά-σιγά συνειδητοποιώ ότι πολύ σύντομα θα μετακληθώ στην αθλιότητα. Πρόλαβα ωστόσο κι έκανα μια δροσερή ανάπαυλα…
Επιστρέφω στο κείμενο. Τελικά υπάρχει το κείμενο; Ασφαλώς υπάρχει, αλλά με μιαν απίθανη τεχνική γονιμοποίησης διασπάται σε απίστευτο αριθμό κειμένων, την "πατρότητα" των οποίων διεκδικεί απίστευτος αριθμός αναγνωστών. Έτσι καταλήγω στην περίφημη άποψη ότι ο αναγνώστης είναι συνδημιουργός του κειμένου. Πιθανόν υπερβολικά κολακευτικό για να είναι αληθινό. Ωστόσο μια τέτοια εκδοχή φωτίζει ακόμα πιο πολύ την άποψη ότι ένα γραμμένο βιβλίο δεν είναι ολοκληρωμένο, ούτε πρόκειται να ολοκληρωθεί ποτέ, όσο θα υπάρχουν διαχρονικοί αναγνώστες. Νυν και αεί…


Γρηγόρης Κοντός

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλολογίας;
Για να απαντηθεί το ερώτημα πρέπει πρώτα ν' απαντήσουμε τι είναι λογοτεχνία και τι είναι φιλολογία. Και πρώτα η λογοτεχνία. Δεν ξέρω αν η λογοτεχνία από την αρχαιότητα διεκδικούσε τον δικό της κλειστό χώρο, την ιδιαιτερότητά της. Παρότι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, από διαφορετική αφετηρία ο καθένας, επιχείρησαν να ταξινομήσουν τα είδη του λόγου, έχω την εντύπωση ότι η όραση των φιλολόγων (από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους μέχρι τους σύγχρονους) στα αρχαία κείμενα ήταν ενιαία, χωρίς να επιτρέπει συγκεκριμένες διαφοροποιήσεις για κάθε είδος σ' ό,τι αφορά τη λογοτεχνία. Έτσι, παρότι έχουμε λογοτεχνικά κείμενα της αρχαιότητας (π.χ. επική - δραματική ποίηση) πολύ συχνά αντιμετωπίζονται συλλήβδην σαν αρχαία κείμενα. Λείπει δηλαδή η ματιά εκείνη που διακρίνει τη λογοτεχνικότητα σ' ένα κείμενο από κάποιο άλλο, που δεν διαθέτει λογοτεχνικότητα.
Τα κλασικά κείμενα καθιερώθηκαν στην ιστορία του λόγου μας ως "Γράμματα" (litera) και μέσα σ' αυτόν τον ευρύ όρο περιλήφθηκαν όλα τα είδη του γραπτού λόγου. Εδώ θα συναντήσουμε τον Θουκυδίδη, τον Πλάτωνα, αλλά και τον Αισχύλο΄ εδώ τον Τάκιτο, τον Κικέρωνα, αλλά και τον Οβίδιο. Με βάση τον όρο "Γράμματα" καθιερώθηκαν και οι παράγωγοι όροι "Γραμματεία" (το σύνολο των αρχαίων κειμένων) και "Γραμματολογία" ( η ενασχόληση και διερεύνυση των κλασικών μας, όπως ονομάστηκαν, γραμμάτων).
Η διερεύνυση των κειμένων αυτών (των κλασικών γραμμάτων) έγινε και γίνεται εν πολλοίς με μια ιστορικοφιλολογική προσέγγιση. Αυτό σημαίνει ότι ανιχνεύουμε το βίο του συγγραφέα, την ιστορική ένταξη του έργου του, τη γλώσσα, το γραμματολογικό πεδίο, στο οποίο εντάσσεται το συγκεκριμένο έργο που μελετούμε. Αυτή η κλασικότερη φιλολογική ματιά δυσχέραινε ή απέτρεπε τη διείσδυση στα λογοτεχνικά στοιχεία, στις λογοτεχνικές αρετές ενός κειμένου και έμενε κατ' ανάγκην σε "εξωτερικά" χαρακτηριστικά του.
Ένας ισχυρός λόγος για ν' αντιμετωπίζουμε μ' αυτόν τον τρόπο την κλασική λογοτεχνία είναι η αιωνιότητα (αλλά και η καθολικότητα) των αισθητικών κανόνων οι οποίοι της αποδίδονται. Δεν είναι εύκολο, λόγω της χρονικής απόστασης, αλλά και της δυσκολίας της γλώσσας (αρχαία μορφή τους) να επιχειρήσει κανείς ν' αναθεωρήσει τη γλωσσική και αισθητική επιφάνεια των μεγάλων κλασικών έργων. Μοιραία λοιπόν - και το βλέπουμε αυτό και στη διδακτική πράξη - μένουμε στην ανάλυση και διδασκαλία αξιακών και ιδεολογικών φορτίων αυτών των κειμένων. Η λογοτεχνικότητά τους παραμένει δευτερεύον ή τριτεύον ζητούμενο (αν αναζητάται κάποια στιγμή). Πρωτίστως δείχνουν να μας ενδιαφέρουν η ιστορία, οι αξίες, η ιδεολογία (ή τα ιδεολογήματα) που κουβαλούν τα κλασικά κείμενα.
Μετά τον 19ο αιώνα και μέχρι σήμερα η τεράστια παραγωγή λογοτεχνικών κειμένων (κυρίως πεζών) στην Ευρώπη και δειλότερα στην Ελλάδα, επαναπροσδιόρισε τη σχέση λογοτεχνίας και φιλολογίας. Μεγάλα έργα (που έγιναν σήμερα πια κλασικά) και μεγάλοι συγγραφείς υποχρέωσαν το διαφορετικό και επιμελέστερο κοίταγμά τους. Η σύγχρονη λογοτεχνία ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο. Η παγκοσμιότητα των λογοτεχνικών έργων (βοηθούσης και της μετάφρασης), οι ποικίλες ιστορικές και γεωγραφικές αφορμές, η σχετικότητα της αισθητικής του λογοτεχνικού έργου, προαπαιτούν άλλου τύπου φιλολογία. Ο κόσμος μας έγινε πολύ πιο σύνθετος.
Η φιλολογία δέχθηκε την πρόκληση και μετασχηματίστηκε. Μιλάμε όχι για τη φιλολογία της κλασικής μορφής, αλλά γι' αυτό που θα το ονόμαζα ερμηνευτική φιλολογία. Αυτό σημαίνει ότι αξιοποιούμε την ιστορικοφιλολογική προσέγγιση, τη γραμματολογία (διότι μας δίνει πολύτιμα στοιχεία για ένα έργο), αξιοποιούμε τη συγκριτική φιλολογία (διότι μέσω της σύγκρισης με άλλα έργα ή εθνικές λογοτεχνίες προσδιορίζουμε καλύτερα την ταυτότητα ενός λογοτεχνικού έργου) και οδηγούμαστε μ' όλα αυτά στην ερμηνεία ή τις ερμηνείες του λογοτεχνικού έργου.
Η μοντέρνα θεωρία της λογοτεχνίας στηρίχτηκε σ' ένα πολύ απλό αξίωμα. Κάθε αναγνώστης, από τον απλό και ανυποψίαστο μέχρι τον πιο καταρτισμένο μελετητή, όταν διαβάζει ένα λογοτεχνικό έργο, επιχειρεί μέσα του μιαν ερμηνεία και μιαν αξιολόγηση του κειμένου. Μια παλιότερη άποψη υποστήριζε ότι η ερμηνεία πρέπει να προσανατολίζεται στην ανακάλυψη ενός προϋπάρχοντος νοήματος, το οποίο δινόταν από το συγγραφέα ή από το κείμενο. Το συγκεκριμένο όμως αυτό και οριστικό νόημα περιόριζε και φαλκίδευε τη νοηματική προσέγγιση. Ήταν μονομερές.
Νεότερες απόψεις στην ερμηνευτική φιλολογία έφεραν μια καινούργια προοπτική στο λογοτεχνικό κείμενο. Ένα κείμενο είναι αδύνατον να "λέει" μόνο ένα πράγμα, να κουβαλά μόνο ένα νόημα. Οι ερμηνείες λοιπόν μπορεί να είναι πολλαπλάσιες και έχουν να κάνουν με τα φορτία γνώσεων, μεθοδολογίας, αισθητικής κλπ., που κουβαλά κάθε αναγνώστης. Η νέα θεωρία αλλάζει εντελώς το πλάνο. Ο αναγνώστης γίνεται de facto μέρος μιας μαγικής διαδικασίας: σύλληψη, συγγραφή, ανάγνωση, πρόσληψη ενός κειμένου. Με τον τρόπο αυτό τα στοιχεία ενός κειμένου, όπως η λογοτεχνικότητά του, η πρόθεση του συγγραφέα, η αναπαράσταση μιας πραγματικότητας, η πρόσληψη του νοήματος κάθε φορά (με κάθε ανάγνωση και κάθε αναγνώστη) τίθενται εν αμφιβόλω, επαναπροσδιορίζονται και ξανακοιτιούνται. Προκύπτουν πολλά νοήματα και πολλές κατανοήσεις. Αυτό άλλωστε είναι και το χρέος κάθε φιλολόγου - ερμηνευτή: να μπορεί να κοιτά με καινούργια ματιά κάθε φορά ένα κείμενο με δεδομένες τις αλλαγές στην εποχή, τις νέες γνώσεις, τη νέα αισθητική κλπ. Η θεωρία της λογοτεχνίας με όλα τα πολύτιμα συμπεράσματά της αποτελεί την επιστημολογία των γραμμάτων μας. Έτσι προκύπτουν πολλαπλά οφέλη από την επαφή μας με το λογοτεχνικό κείμενο.
Φτάσαμε ήδη στο ρόλο του αναγνώστη, τον οποίο και άλλη φορά έχουμε σχολιάσει. Ένα κείμενο (ποίημα ή πεζό) ολοκληρώνεται (αν ολοκληρώνεται ποτέ ένα κείμενο), όταν ο αναγνώστης, εμπειρικός ή μελετητής, το διαβάσει και επιχειρήσει τη δική του ερμηνεία. Και η ερμηνεία αυτή κάθε φορά μπορεί να διαφοροποιείται ή να διευρύνεται. Εδώ μπαίνει ο ρόλος του μελετητή - φιλολόγου. Τι μπορεί να κάνει ένας φιλόλογος; Μπορεί, με τη μεθοδολογία και το γραμματολογικό του εύρος να βοηθήσει τους μαθητές του να φθάσουν σε μια ερμηνεία, συλλογική ή ατομική. Να τονιστεί ότι ο φιλόλογος δεν είναι κριτικός, δεν επιχειρεί κριτική ενός έργου. Η κριτική στοχεύει στο κείμενο, κρίνει θετικά ή αρνητικά ένα κείμενο. Η φιλολογική ερμηνεία, με αφορμή το κείμενο, στοχεύει στην καθολικότητα, στο γενικό. Η κριτική κρίνει ένα έργο, ενώ η φιλολογία εξηγεί την πρόθεσή του, το ερμηνεύει για να προκύψουν οφέλη και γενικά συμπεράσματα.
Συχνά ωστόσο σ' αυτό το σημείο τίθεται η ένσταση ότι καραδοκεί η αυθαιρεσία του αναγνώστη ή του φιλολόγου (ένας λόγος παραπάνω). Κάποιοι μάλιστα διατείνονται ότι "καθ' ύλην" αρμόδιος να "διδάξει" την ερμηνεία του κειμένου του είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Πριν λίγους μήνες στο βήμα (25 Απριλίου 2004) ο φιλόλογος και ποιητής Μ. Σουλιώτης, για να υποστηρίξει μια τέτοια άποψη, έγραφε: "στην εκπαίδευση διδάσκουν τη λογοτεχνία οι άμοιροι λογοτεχνικής γραφής δάσκαλοι και φιλόλογοι, που είναι αναλυτές-ερμηνευτές, ενώ εξαιρούνται οι συγγραφείς και ποιητές που έχουν την άμεση δημιουργική εμπειρία". Σε κατοπινό του άρθρο (23 Μαΐου 2004) ο Μ. Σουλιώτης "διόρθωσε" κάπως την άποψή του, γράφοντας: "υποστηρίζω ότι η παρουσίαση της λογοτεχνίας από τους ίδιους τους συγγραφείς μέσα στη σχολική τάξη θα λειτουργούσε παραπληρωματικά προς την επιστημονική - διδακτική οπτική των επαγγελματιών μελετητών της γραμματείας μας, των φιλολόγων". Δεν βρίσκω ολοκληρωμένη ούτε την αρχική, ούτε τη "διορθωμένη" άποψη του Μ. Σουλιώτη. Ευχής έργον βέβαια θα ήταν η παρουσία των δημιουργών στη σχολική διδασκαλία (πράγμα εξαιρετικά δύσκολο ή και απίθανο). Κατά τα άλλα ο δημιουργός μπορεί να μεταδώσει το σπίρτο, την ευαισθησία του, το αίσθημα δημιουργίας για το έργο του ή για τη λογοτεχνία εν γένει. Αν όμως είναι άμοιρος φιλολογίας τότε δεν είναι εύκολο να διδάξει το κείμενο άλλου δημιουργού, ασφαλώς ούτε και το δικό του.Άλλωστε προαπαιτούμενο για την ερμηνεία είναι η απόσταση από ένα έργο, ώστε να μπορείς να το ψηλαφήσεις.
Ο Antoine Compagnon παραλληλίζει τη δημιουργική γραφή με την οδήγηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας με τη θεωρία της οδήγησης. Δεν χρειάζεται ο Σουμάχερ (άριστος οδηγός) να διδάξει τη θεωρία της οδήγησης. Υπάρχουν άλλοι ειδικοί για το αντικείμενο. Η θεωρία της λογοτεχνίας δεν διακανονίζει τη λογοτεχνία, δεν μας μαθαίνει να γράφουμε (καλή) λογοτεχνία. Απλώς, οργανώνει τη λογοτεχνία (ποίηση ή πεζό) ως προς τους κωδικούς της.
Αν ένα λογοτεχνικό κείμενο, που προκύπτει, ως γνωστόν, από έμπνευση, "αναλυόταν" από τον ίδιο το δημιουργό του θα κινδύνευε να μείνει εξαιρετικά "φτωχό", διότι δεν θα προσλάμβανε τα "ιχνοστοιχεία" του αναγνώστη, αφού δεν λειτούργησε όλη αυτή η διαδικασία που περιγράψαμε παραπάνω. Ο αναγνώστης, και δη ο μελετητής, μπορεί να προσθέσει στοιχεία - ερμηνείες που, είτε ήταν στην πρόθεση του συγγραφέα, είτε όχι. Υπάρχει δηλαδή μια διείσδυση του συγγραφέα προς τον αναγνώστη και τανάπαλιν.
Ο Ουμπέρτο Έκο, με την έκρηξη του δημιουργού και τη σοφία του επαρκέστατου θεωρητικού, μας περιγράφει μια προσωπική του εμπειρία: "Έχω διαβάσει ερμηνείες στις οποίες οι κριτικοί μου ανακάλυπταν πηγές των οποίων είχα πλήρη επίγνωση, και ήμουν πολύ ικανοποιημένος που με τόση πανουργία εύρισκαν εκείνα που, με τόση πανουργία, είχα κρύψει για να τους αναγκάσω να τα βρουν΄ διάβασα όμως και για πηγές που μου ήταν παντελώς άγνωστες και ένιωσα ευχάριστα ένοχος για το γεγονός ότι κάποιος θα πίστευε ότι τις είχα παραθέσει με την πονηριά του ευρυμαθούς. Διάβασα κριτικές αναλύσεις όπου ο ερμηνευτής ανακάλυπτε επιδράσεις των οποίων δεν είχα συνείδηση ενόσω έγραφα, που ασφαλώς όμως είχα επεξεργαστεί στη μνήμη μου, διότι ξέρω ότι στην εφηβεία μου είχα διαβάσει τα συγκεκριμένα κείμενα".
Αυτό που μόλις διαβάσαμε δεν είναι παρά ένα παιχνίδι μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, στο οποίο οι προσθαφαιρέσεις λειτουργούν προς όφελος της λογοτεχνίας και των μηνυμάτων της. Σ' αυτό το όμορφο παιχνίδι καλείται να παρίσταται και η φιλολογία. Η φιλολογία, που δεν είναι παρά η επιστημολογική ενασχόληση με το λόγο, οφείλει να καταναλώσει περισσότερη ενέργεια στο λογοτεχνημένο λόγο. Και θα είναι αποτελεσματικότερη, αν εκπαιδευτεί περισσότερο στην ερμηνεία. Πάντοτε όμως η ίδια η λογοτεχνία ούτως ή άλλως θα προηγείται της ερμηνείας της.



1. Antoine Compagnon, Ο Δαίμων της θεωρίας, εκδ. Μεταίχμιο
Ουμπέρτο Έκο, Τα όρια της ερμηνείας, εκδ. Γνώση

2. Ουμπέρτο Έκο, Τα όρια της ερμηνείας, εκδ. Γνώση

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

ΘΕΡΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Εφτά Αυγούστου. Ημέρα της γιορτής του μοναδικού Αγίου της περιοχής μας, που λαμπρύνει το ορθόδοξο αγιολόγιο. Με παρέα επίσκεψη στο κατοικητήριό του, που τώρα ξαναχτίζεται σχεδόν απ’ την αρχή πλην του καθολικού, που αναστηλώνεται. Μικρή πορεία πέριξ του λόφου του μοναστηριού, στο ασκητικό ενδιαίτημα του Αγίου, μια σπηλιά χωμένη στο βράχο, κατακόρυφα πάνω από τον ρου του Αλιάκμονα. Από ψηλά εκεί παρατηρούσε ο Άγιος τον ποταμό και τους μαιάνδρους που σχηματίζει, όπως ακριβώς κι οι αμαρτίες των ανθρώπων.
Από κει πάνω παρατηρώ κι εγώ τον Αλιάκμονα, που μοιάζει να κυκλώνει, όπως διατρέχει την κοιλάδα, το μοναστήρι. Τα νερά του λιγοστά. Από ψηλά φαίνονται σα να λιμνάζουν. Μια διαδρομή σκέψεων, παράλληλα με τον ρου του Αλιάκμονα, παίρνει το δρόμο της, από τα γυρίσματα της περιοχής μας μέχρι τον Θερμαϊκό της Θεσσαλονίκης. Αλιάκμονας, νερά των παιδικών μας χρόνων, πάντα ζωντανός κι ανεξερεύνητος συντρόφευε τις περιπέτειές μας. Μέσα στα γυρίσματα του ποταμού και του χρόνου: Ψάρεμα με αυτοσχέδια καλάμια ή με τα χέρια΄ κολύμπι στα γκριζοπράσινα ορμητικά νερά του, που σε άλλες εποχές δύσκολα τιθασεύονταν μέσα στις κοίτες του΄ ξαπλωμένοι τις μεσημεριανές ώρες του στάλου και της ρέμβης κάτω από τις ιτιές, που χαϊδεύουν με τα κλαριά τους το νερό του ποταμού. Φανταζόμαστε τους παιδικούς μας έρωτες, μεγαλώνουμε. Όπως μεγάλωσαν μαζί του γενιές και γενιές. Τραγουδήθηκε, μπήκε στην ποίηση και τη λογοτεχνία. Μεγάλο ποτάμι, το μεγαλύτερο της Ελλάδας και το ελληνικότερο, αφού πηγάζει από ελληνικά βουνά και εκβάλλει σε ελληνική θάλασσα.
Είναι κι αυτή μια σιγουριά στη ζωή σου, να το αισθάνεσαι να κυλάει χιλιάδες χρόνια τώρα στην ίδια κοίτη, ο μεγάλος μας αδερφός, να διατρέχει τη μικρή μας ύπαρξη, να συγκρούεται με το φευγαλέο της ηρακλείτειας έκφρασης «ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ».
Καθώς αφήνει τον γείτονα νομό Γρεβενών, εισέρχεται φιδωτός στο νομό Κοζάνης, μέσα σε πετρώδεις και απόκρημνες κοίτες, μερικά σημεία των οποίων είναι αδύνατον να προσεγγίσει άνθρωπος. Η σιωπή του τόπου! Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω θα συναντήσει το ιερό μονίδριο του Ιλαρίωνος, που το διακονεί ακατάπαυστα πολλές δεκαετίες ο ομώνυμος μοναχός, κυριολεκτικώς μονάχος. Στο σημείο αυτό αποφάσισε η ηλεκτροφόρα επιχείρηση του ελληνικού δημοσίου να ιδρύσει ένα ακόμα κόμβο – φράγμα υδροηλεκτρισμού. Τα πρώτα σημάδια της παρουσίας της κι οι πρώτες πληγές του τοπίου ήδη φάνηκαν. Η γαλήνη κι η σιωπή του τόπου, που προσιδίαζε στο ταπεινό μοναστηράκι, οι θαλεροί λειμώνες με το υγρό πράσινο, πλατάνια και ιτιές πέθαναν΄ οριστικά ή μη, κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν ξέρει τη μοίρα του. Ο ποταμός σιωπά.
Μετά το μοναστήρι, σα να τον ευλογεί κάποια αγιωτική χάρη, γαληνεύει και ηρεμεί κάπως, βοηθάει και ο τόπος που είναι ομαλότερος. Λίγα χιλιόμετρα και φτάνει στη μικρή γέφυρα΄ από εκεί ξεκινά κι ανοίγεται σα τεράστια γαστέρα, η τεχνητή λίμνη, προϊόν κι αυτή τεχνητών και τεχνικών παρεμβάσεων για την παραγωγή ρεύματος. Ένας ακόμα υδρο-ηλεκτρικός σταθμός (του Πολυφύτου), σα να βάζει τρικλοποδιά στο κύλισμα του ποταμού. Η φτιαχτή λίμνη, που δημιουργηθήκε εδώ και τρεις δεκαετίες ενοχοποιήθηκε κατά καιρούς για πλείστα όσα κακά και ολισθήματα ανθρώπων, φυσικά κι αφύσικα: κατακαλύψεις αρώσιμων εκτάσεων, μόλυνση των νερών από τα λύματα, πνιγμοί ανθρώπων, τελευταίως ο εγκέλαδος, διότι η λίμνη, λένε, επέσπευσε το ξύπνημά του. Τι να πρωτοπιστέψεις;
Όμως νερά είναι κι αυτά. Πολλά νερά.Νερά του Αλιάκμονα. Και το νερό δίνει τη ζωή. Αρδεύσεις εντεύθεν κακείθεν του Αλιάκμονος ποτίζουν την μέχρι πρότινος διψασμένη ενδοχώρα της περιοχής μας. Κάθε είδους εκμετάλλευση, κάτω ή πάνω από την επιφάνεια του νερού. Μαγαζιά που αναπτύχθηκαν κατά μήκος της λίμνης μέχρι τη μεγάλη γέφυρα. Μια άλλη αισθητική που γεννήθηκε στην περιοχή μας κι έδωσε άλλη ατμόσφαιρα, οιονεί θαλασσινή. Ας είναι κι έτσι΄ μια ψευδαίσθηση θάλασσας, που λείπει απ΄το νομό μας.
Μια άλλη σχέση του ποταμού με την περιοχή μας, αλλά κι ολόκληρη την Ελλάδα. Μου την επεσήμανε κάποιος φίλος: για να λειτουργήσουν τα τέσσερα ατμοηλεκτρικά εργοστάσια της περιοχής μας, η δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού , εκτός του λιγνίτη, αντλεί καθημερινώς πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες τόνους νερού από τον Αλιάκμονα.Ένας ολόκληρος ποταμός τουτέστιν που φεύγει από τον αλιάκμονα τώρα και κινείται ανάποδα, προς τον ανήφορο των εργοστασίων. Η πόλη της Κοζάνης, για να έχει κανείς μια τάξη μεγέθους, καταναλώνει κατά μέσο όρο είκοσι χιλιάδες κυβικά ημερησίως΄ καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό, που ωστόσο ωχριά εμπρός στο προηγούμενο συγκλονιστικό νούμερο.
Η σιωπή του ποταμού! Άκουγα τις υπερφίαλες αιτιάσεις ενός δημοσιογράφου σε αθηναϊκό ραδιοφωνικό δίκτυο. Λοιδορούσε σκαιότατα τη δημόσια επιχείρηση που δεν μπορεί, λέει, να καλύψει τις ανάγκες των Αθηναίων σε μέρες καύσονα. Κλιματιστικά γαρ, δεν γίνεται να ψήνονται οι αθηναίοι πολίτες με τα μπλακάουτ της επιχείρησης. Μάλιστα. Πόσο απέχει ο Αλιάκμονας από την Αθήνα; Μια παρεξηγήσιμη πρόταση: πριν αυτοί οι συμπολίτες μας στων ανίδεων την πόλη πατήσουν το κουμπί της τηλεόρασής τους, του φούρνου, του κλιματιστικού, του ραδιοφωνικού πομπού τους, καλόν είναι να κάνουν μια μίνι ευχαριστήρια προσευχή στο «θεό» Αλιάκμονα. Δηλαδή όλοι μας. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λάτρευαν τον θεοποιημένο Νείλο γιατί συνειδητοποιούσαν βαθιά τις πολλαπλές ευεργεσίες του. Όμως παράλληλα τον ξόρκιζαν να μην ξεχειλίσει, πάνω στο θυμό του, και τους καταστρέψει. Κι ο Νείλος ξεχείλιζε συχνότατα. Εμείς ας κάνουμε το ανάποδο: ας δεόμεθα στον Αλιάκμονα να μη μας στερήσει ποτέ το πολύτιμο «υλικό» του. Αν στερέψει ο ποταμός μας, θα είναι μόνο για μια φορά…
Όμως η διαδρομή του νερού και της σκέψης συνεχίζεται. Παρά τις τόσες περιπέτειές του ο ποταμός δεν απελπίζεται. Μέσα από δύσκολες πορείες, που μόνο εκείνος μπορεί να ακολουθήσει, αφήνει πίσω του το Βέρμιο και τα Πιέρια και ξανοίγεται στον μεγάλο κάμπο της Ημαθίας, αφού υποστεί κι άλλες δυο υδροηλεκτρικές τρικλοποδιές, της Σφηκιάς και των Ασωμάτων. Τι ανεπανάληπτη αφιλοκέρδεια! Χιλιάδες στρεμμάτων αρδεύονται από τα νερά του ποταμού μας, χιλιάδες άνθρωποι παράγουν τα προϊόντα τους, επιβιώνουν, πλουτίζουν, τρέφουν και τρέφονται. Ο Ποταμός ούτε φθονεί ούτε απαιτεί.
Έχει πάρει πια το δρόμο του μέσα στον κάμπο, σε εύκολα, ομαλά εδάφη, προς τη θάλασσα του Θερμαϊκού. Εκεί, αν έχει ψυχή, θα νιώθει πως ξαποσταίνει. Χώνεται μέσα στην αλμύρα της θάλασσας, υποχωρεί μπροστά της και χάνεται στην απεραντοσύνη της. Ένας επαρχιώτης ποταμός στη μεγάλη πόλη της θάλασσας. Όμως οι τεχνικοί της προόδου φρόντισαν και πριν το τέρμα του να του βρουν υπερωρίες. Η τελευταία του απασχόληση: να ξεδιψάσει τους νεροσκασμένους θεσσαλονικείς. Θα υποστεί χίλιες δυο επεξεργασίες, καθαρισμούς, φίλτρα και διηθήσεις, για να καταλήξει στα ποτήρια και τις κανάτες των Θεσσαλονικιών. Σε κάθε ποτήρι παγωμένο νερό μπορεί κανείς, ακόμα και σαν υποψία, να βλέπει μικροστοιχεία των περιττωμάτων κάποιου Δυτικομακεδόνα (εκδίκηση άραγε του ποταμού για όσα υφίσταται;) Εκεί, στην άκρη της θάλασσας (ακμή αλός: είναι μια ετυμολογία που άκουσα για τον Αλιάκμονα) ήταν στη μοίρα του να υποστεί ο ποταμός μας τη μεγαλύτερη «μετάλλαξή» του.
Αυτά τα «άνω ύδατα» όπως έγραφε ένας φίλος ποιητής, τα νερά του Θεού, μαρτυρούν την εύγλωττη καρτερία και ανεκτικότητα της φύσης και του δημιουργού της. Τι διδαχθήκαμε απ’ αυτά οι άνθρωποι; Σχεδόν τίποτε. Επιμένουμε να βιάζουμε και να βιαζόμαστε. Και , το σπουδαιότερο, χωρίς να ευγνωμονούμε. Οι δημόσιες αμαρτίες συνεχίζονται. Δεν ξέρω πότε θα περισσέψουν οι ενοχές. Ίσως όταν πια θα στάξει κι η τελευταία σταγόνα του μεγάλου ευεργέτη μας, αλλά, αλλίμονο, κι άλλων υδάτινων πόρων της πατρίδας μας.Τότε τα «νερά ομιλητικά της πατρίδας», όπως λέει κι Οδ. Ελύτης, δεν θα μπορούν πια να πουν τίποτε. Γιατί τη σιωπή τους θα διαδεχθεί η ατέρμονη απουσία. «Απέσβετο και λάλον ύδωρ»…

Γρηγόρης Κοντός

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Γερμανικός δάκτυλος

Γενικώς οι Έλληνες έχουμε ένα ορισμένο πρόβλημα με τον ξένο δάκτυλο. Πάντα πίσω από κάθε απραξία μας, πίσω από κάθε κακοδαιμονία μας, πίσω από κάθε εθνική μειονεξία μας, κρύβεται ένας αόρατος ξένος δάκτυλος, που σχεδόν νομοτελειακά βυσσοδομεί εις βάρος μας. Για όλα τα στραβά της ράτσας μας κάποιοι άλλοι φταίνε, που έχουνε βάλει αμέτι μουχαμέτι στόχο τους να διαλύσουν τη χώρα μας, τον πολιτισμό μας, την οικονομία μας. Καθόλου και ποτέ εμείς, προς θεού.

Τώρα δε, δεν μας έφτανε η φτώχια μας, μας ξεφύτρωσε κι άλλος δάχτυλος, αυτή τη φορά γερμανικός, προσαρμοσμένος μάλιστα στο αισθαντικότατο (κομμένο) χέρι της Αφροδίτης της Μήλου, που υψιπετής μας κογιονάρει και μας ταπεινώνει εθνικώς. Και ξάφνου βρήκαμε το φταίχτη της εθνικής μας ξεφτίλας. Οι Γερμανοί, τα γουρούνια, τα χιτλερικά αποβράσματα, οι ρατσιστές του κερατά και άλλα ηχηρά παρόμοια. Και ξάφνου ξεχάσαμε τα χρηματιστήρια, τα ομόλογα, τις κουμπαριές, τις Ζίμενς, τις οφσόρ. Ξεχάσαμε εκείνους τους «πατριώτες» πολιτικούς μας και ημετέρους κομματικώς που ανήγαγαν σε εθνικό σπορ την κλεψιά και τη διασπάθιση δημόσιου χρήματος.

Ε, λοιπόν, δεν φταίνε οι άλλοι για τα χάλια μας. Είμαστε μια κοινωνία εν αποσυνθέσει. Χάσαμε και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας. Βαφτίσαμε ευφυϊα την απάτη και την κλεψιά και γραφικούς όσους κατά καιρούς ψέλιζαν ότι κάτι δεν γίνεται καλά σ’ αυτή τη χώρα. Ζήσαμε δυο δεκαετίες και πλέον (γιατί το πρόβλημα της διαφαινόμενης εθνικής μας χρεοκοπίας δεν είναι τωρινό ή χθεσινό) σαν τους τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας, χωρίς καμιά πρόβλεψη και χωρίς καμιά ευαισθησία. Πετάξαμε έξω από το γήπεδο της επίπλαστης νεοελληνικής μας ευδαιμονίας τις νεότερες γενιές και χρεώσαμε τα παιδιά μας για τα επόμενα πολλά χρόνια. Καταστρέψαμε το όνειρο και την ελπίδα των επόμενων γενιών.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι ακόμα δεν φαίνεται, μέσα στο ρηχό νεοπλουτισμό και την απύθμενη έλλειψη κουλτούρας και ευγένειας, να έχουμε αντιληφθεί την ευθύνη που προφανώς επιμερίζεται σε όλους μας: από τους πολιτικούς που διαχειρίζονται το τιμόνι αυτής της έρημης χώρας και μας έχουν φορτώσει με ψεύδη, απατεωνιές, ασυνέπεια και μετέτρεψαν την πολιτική σε πεδίο συναλλαγής και ανίερων δοσοληψιών, μέχρι και τον τελευταίο πολίτη αυτής της χώρας.

Τώρα μας φταίει το δάχτυλο! της Αφροδίτης! των Γερμανών! Το περάσαμε από χίλια κόσκινα, το αναλύσαμε ποικιλοτρόπως, φτιάξαμε την κρούστα της εθνικής μας τσατίλας. Επειδή όμως οι περισσότεροι δεν αναρωτήθηκαν τι το επιλήψιμο μπορεί να έγραφε μέσα το περιβόητο περιοδικό με το εξώφυλλο της εικαστικής ανορθογραφίας, σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το άρθρο του γερμανού δημοσιογράφου Κ. Boetig, το οποίο αφορούσε τη νοοτροπία μας και πόσο δύσκολο, ίσως και αδύνατον, είναι να την αλλάξουμε. Γράφει λοιπόν ο Γερμανός δημοσιογράφος:



«Η Ε.Ε. ζητάει από την Ελλάδα όχι μόνο μια σκληρή οικονομική πολιτική αλλά απαιτεί και αλλαγή της νοοτροπίας. Οι ρίζες όμως της διαφορετικότητας είναι βαθιές και δεν θα αλλάξει τίποτα πέραν μιας αισθητικής εξωτερικής επέμβασης. Μπορούμε να καταλάβουμε τους Έλληνες;

Οι Έλληνες δεν γνωρίζουν προβλήματα προσαρμoγής. Έχουν κατακλύσει τον κόσμο ψήνοντας και τηγανίζοντας γύρω τους, και παίζοντας σε ρόλο κομπάρσου σε κάποια μικρά εργάκια. Σε αυτόν τον συμπαθητικό μικρό λαό που φαίνεται να χορεύει συνεχώς τον Ζορμπά και να γλεντάει, δεν εκπλήσσεται ο γνώστης των πραγμάτων καθόλου με όσα γίνονται.

Πώς και να εκπλήσσεται εξάλλου με έναν λαό που ανακατεύει ρετσίνι με κρασί, τυλίγει ρύζι με χορταρικά σε αμπελόφυλλα, παίρνει το ευρωπαϊκό κύπελλο σχεδόν χωρίς κανένα γκολ, αλλά γνώριζε πριν 2.500 χρόνια ότι η ύλη αποτελείται από άτομα και η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο;

Οι Έλληνες ένιωθαν πάντα σαν τους γονείς του πολιτισμού και δεν δίσταζαν όμως να περνούν με τα λεφτά των παιδιών τους. Σήμερα αυτό το κράτος μπαίνει στο γηροκομείο και δέχεται κηδεμόνα να το επιβλέπει.

Αλλά φυσικά αυτό δεν απασχολεί καθόλου τον Έλληνα πολίτη. Αυτός ποτέ δεν περίμενε κάτι από τον υπουργό του, πέρα από την ανταλλαγή της ψήφου του με την άδεια να κτίσει το αυθαίρετο του.

Δεν βαριέσαι σου λέει το ελληνικό κράτος θα επιβιώσει και χωρίς δική του κυβέρνηση. Εξάλλου γιατί να αλλάξει κάποιος, όταν είναι τόσο τέλειος όσο ο Έλληνας;»

Θα ήθελα να γνωρίζω πόσοι και ποιοι από όλους μας διαφωνούν με τις παραπάνω επισημάνσεις. Ίσως να μπορούμε να τους δείξουμε με το δάχτυλο. Κι αν ο Γερμανός δείχνει να μας ξέρει τόσο καλά από την καλή και την ανάποδη, τότε είναι απορίας άξιον πώς εμείς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και πώς αρνούμαστε να μπούμε σε τάξη και να αφήσουμε κατά μέρος το δάχτυλο και τον δάχτυλο.
Γρηγόρης Κοντός

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Πήραν την Πόλιν…

Εις την πόλιν, εις ταν πολ, Instanbul...

Δεν φανταζόμουνα την Πόλη τόσο δική μας και τόσο ξένη ταυτόχρονα. Την επισκέφθηκα, οπλισμένος με την ουδετερότητα ενός τουρίστα παρότι, όπως σε πολλούς από μας, σκιρτούσε μέσα μου η ανάγκη να συμπορευθώ, έστω για λίγο, μαζί της, να μαγευτώ από τη μαγεία της.
Πήγα, και επιστράτευσα πηγαίνοντας όλη την ψυχραιμία της ιστορίας. Η Πόλη: ένας τέλειος και ένας τελειωμένος θρύλος. Έφευγα, βουτηγμένος στα ανομολόγητα, μύχια σύνδρομα του αλυτρωτισμού της φυλής. Μου πέρασε μια υποψία: κανείς άνθρωπος της ορθόδοξης φυλής μας δεν μπορεί να φύγει αλώβητος από το κρυφό βάσανο της Βασιλεύουσας, που το κουβαλάμε αταβιστικά στους νευρώνες μας. Η Πόλη, η πόλη μας.
Μετά τραβάς πάλι, διακριτικά και … πολιτισμένα, το μπερντέ της ιστορίας˚ και ναρκώνεις έτσι στη λήθη της την αλήθεια των συναισθημάτων.
Παρασκευή χαράματα, πρωταπριλιάτικο πρωϊνό, περνούσαμε τα Θεοδοσιανά τείχη προς το κέντρο της Πόλης. Προσκύνημα χαρακτηρίζουν οι περισσότεροι ταξιδιωτικοί πράκτορες αυτή την εκδρομή. Θέλοντας να ξύσουν, όσο γίνεται επιμελώς, το εθνικό μας απωθημένο. Κερδίζουν απ' αυτό.
Πρώτος μας προορισμός: η Παναγία των Βλαχερνών. Λιτή εκκλησιά, με έναν εξίσου λιτό περίβολο. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ο Ακάθιστος Ύμνος εψάλη σ' αυτή την εκκλησιά, στην άκρη της πόλης, κι όχι στην Αγιά-Σοφιά ή στους Αγίους Αποστόλους. Κατόπιν έκανα τους συλλογισμούς. Οι Βλαχέρνες βρίσκονται κοντά στα δυτικά τείχη, απ' όπου απειλούνταν η Πόλη από τους Οθωμανούς. Λίγο αργότερα, εκεί κοντά, ο ξεναγός μάς έδειχνε την Κερκόπορτα.
Πριν αφήσουμε τις Βλαχέρνες, ψάλαμε - εντελώς ξενυχτισμένοι και κουρασμένοι, όχι από την αγωνία της πτώσης πια, αλλά λόγω της κατάπτωσης του ταξιδιού - το "τη Υπερμάχω". Προσπάθησα να συγκινηθώ. Δεν νομίζω ότι τα κατάφερα.
Στο δυτικό άξονα της Πόλης πάλι, έξω από τα Θεοδοσιανά τείχη, η συνοικία του Μπαλουκλί. Μου φάνηκε ελληνικότερη απ' οτιδήποτε άλλο σήμερα στην Πόλη. Φτάνοντας βλέπεις τους τάφους των Ρωμιών, τα ελληνικά μνήματα˚ "ραχάτ μπαξέ" μας τονίζει ο ξεναγός μας, ένας νεαρός Ξανθιώτης μουσουλμάνος. Μέσα στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, σ' ένα χαμηλότερο σημείο της μια στέρνα με νερό, που αναβρύζει από τα έγκατα. Δυο-τρία ψαράκια κολυμπούν στα καθαρά νερά της. Με κάποιους μακρινούς προγόνους τους στήθηκε ο θρύλος του καλόγερου που με το άκουσμα της πτώσης τούφυγαν τα μισοτηγανισμένα ψάρια απ' το τηγάνι και ξαναμπήκαν στο νερό! Ένας νεοέλληνας σχολίασε με προπέτεια: "παραμύθια". Τα ψαράκια, φαίνεται, είχαν συγκινηθεί περισσότερο…
Η Ελλάδα της Πόλης είναι τελικά αυτές οι εκκλησιές της. Εκεί μέσα θα βρεις κάποιους Έλληνες ή κατά τι ελληνίζοντες, για να παραφράσω τον ποιητή. Ψάχνω να δω πού αλλού η Πόλη πάλλεται με ελληνικό τόνο. Για μεσημεριανό το πρόγραμμα του πρακτορείου μάς κατηύθυνε σε μια ψαροταβέρνα, στην ψαραγορά της Πόλης. Ο ιδιοκτήτης της Έλληνας. Χορτάσαμε και γι αυτό το λόγο. Η Προποντίδα και η θάλασσα του Μαρμαρά έχει άφθονο ψάρι και η ψαραγορά της Πόλης είναι εκπληκτική.
Την επόμενη μέρα στο κέντρο της Ιστορίας, στην άκρη της ευρωπαϊκής χερσονήσου της Πόλης. Τα δυο μεγάλα μνημεία, που αναμετριώνται καθημερινά με την Ιστορία και μεταξύ τους: το Μπλε Τζαμί και Η Αγιά-Σοφιά. Λένε ότι η ματαιοδοξία του Σουλτάνου Αχμέτ Β΄ (αν δεν κάνω λάθος) ζήτησε από τον ονομαστό Καππαδόκη αρχιτέκτονα Σινάν μια εκκλησιά μεγαλύτερη απ' την Αγιά-Σοφιά, κι εκείνος έκανε ό,τι μπορούσε. Έγινε το μεγαλούργημα, αλλά νικητής βγήκε ο Θεός των Βυζαντινών. Το τζαμί υπολείπεται κατά μερικά μέτρα σε ύψος της Αγιά-Σοφιάς και ο θόλος του στηρίζεται σε τέσσερις υπέρογκες κολόνες. Λένε ακόμα ότι ο Σουλτάνος είχε ζητήσει τέσσερις χρυσούς μιναρέδες. Όταν ο Σινάν παρέδωσε το τζαμί με έξι απλούς, πέτρινους μιναρέδες, ο Σουλτάνος του ζήτησε το λόγο: κι εκείνος έκοψε την αλαζονεία του αφέντη του με τη φράση: "κατάλαβα ότι μου ζητήσατε έξι μιναρέδες (alun) και όχι χρυσούς (alu).
Μπαίνουμε στο τζαμί. Με τα παπούτσια στο χέρι. Στην είσοδο μάς δίνουν πλαστική σακούλα για να βάλουμε τα παπούτσια. Ένας αχανής, περιποιημένος χώρος, όλος στρωμένος με χαλιά. Κανένα κάθισμα ή στασίδι. Οι μουσουλμάνοι γονατίζουν στην προσευχή τους. Πιο ταπεινό αυτό και πιο ανατολίτικο. Και μάλλον θρυμματίζει την όποια αλαζονεία. Μου κάνει εντύπωση η φροντίδα των Τούρκων φυλάκων. Μαλώνουν σε αυστηρό τόνο όσους δεν συγκινούνται από την ιεροπρέπεια του χώρου και προσπαθούν να φορέσουν τα παπούτσια τους μέσα στο ναό: "Παπούτσ΄ όξω, παπούτσ' όξω".
Μόλις σταμάτησε η ανοιξιάτικη μπόρα. Ένας θαμπός απριλιάτικος ήλιος ξεπρόβαλε. Απέναντι, στον ίδιο χώρο, εκεί, όπου οι βυζαντινοί παλιά είχαν τον ιππόδρομο, ο τεράστιος εντυπωσιακός όγκος της Αγιά- Σοφιάς. Βαδίζουμε με τα πόδια. Το ξεφλουδισμένο κοκκινωπό χρώμα που πρόσθεσαν οι Τούρκοι στο εξωτερικό του ναού δεν μ' αρέσει. Δείχνει αφροντισιά. Μπαίνουμε μέσα. Από τον πρόναο αρχίζει ήδη το δέος. Ένας τεράστιος κτισμένος χώρος, πέντε τόσα στρέμματα, πλημμυρισμένος από την πολυχρωμία του μαρμάρου. Από ένα ύψος και πάνω αρχίζει η απρέπεια. Οι μουσουλμάνοι κάλυψαν όλες τις ψηφιδωτές αγιογραφίες με το αραβικό επίχρισμα της ώχρας. Τέσσερα τεράστια στρογγυλά δέρματα καμήλας, μας εξηγεί ο ξεναγός, στα τέσσερα μεγάλα τόξα που στηρίζουν τον απέραντο τρούλο, γράφουν πάνω ονόματα Σουλτάνων. Δεν μπορούν, αλίμονο, ν' αντιληφθούν το έγκλημα; Τώρα βλέπεις σκαλωσιές στο κέντρο, κάτω από τον ουράνιο τρούλο της Αγιά- Σοφιάς. Επιχειρούν να διορθώσουν τη βαρβαρότητα; Πιθανόν. Ίδωμεν.
Πενήντα έξι κάτι μέτρα ύψους. Έπρεπε ν' ανεβούμε το πλακόστρωτο ανέβασμα στον εξώστη της για να αντιληφθούμε περισσότερο τη μεγαλοσύνη της Αγιά-Σοφιάς. Η Αγιά-Σοφιά είναι ένας ίλιγγος. Δεν ξέρω αν ένιωσα θρησκευτική συγκίνηση. Μάλλον όχι. Ένιωσα όμως το δέος μπροστά στο μεγαλείο του ανθρώπου και του Θεού. Σιωπηλή, αρχοντική μεγαλοπρέπεια. Η Αγία Σοφία δεν ανήκει πια σε μας. Δεν ανήκει καν στους Τούρκους. Ανήκει στην οικουμένη, όπως όλα τα σπουδαία μνημεία…
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Θρηνείς εσωτερικά, όχι γι' αυτό που μπορείς να ξανα-έχεις, αλλά γι΄αυτό που έχασες οριστικά. Οι σημερινοί Τούρκοι δεν φαίνονται να συγκινούνται απ' όλα αυτά. Άνευροι, ανυποψίαστοι απ' όσα συνέβησαν πριν την παρουσία τους εδώ. Βρέθηκαν ξαφνικά με μια πολύτιμη, ανεκτίμητη "περιουσία" στα χέρια τους. Η Πόλη, σαν επίκληρος κόρη, τους προσφέρθηκε από την Ιστορία. Γι' αυτό ακριβώς δεν μπορούν να την εκτιμήσουν.
Η Κωνσταντινούπολη σου δίνει την εικόνα ότι έχει δυο ταχύτητες: από τη μια η Πόλη του μύθου και της Ιστορίας, που ρίχνουν βαριά τη σκιά τους σ' όλα τα μεγάλα, ιστορικά σημεία της Πόλης. Και το αισθάνεσαι αυτό, θες λόγω εθνικής έξαρσης, θες λόγω τουριστικής συγκίνησης. Από την άλλη υπάρχει η πόλη των Ανατολιτών. Ένας άθλιος συρφετός, που τρέχει ξοπίσω σου, για να πουλήσει μικροπράγματα του ενός ή των δύο ευρώ. Με ατέλειωτα ανατολίτικα παζάρια, που σε κουράζουν αφάνταστα, όταν σταματήσουν να έχουν το μικρό φολκλορικό ενδιαφέρον τους. Κι όλα αυτά εκεί, ανάμεσα στα χνάρια της Ιστορίας της πόλης, η οποία τους φιλοξενεί. Σου δίνουν την εντύπωση ότι δεν έχουν καν χαμπάρι από το τεράστιο βάρος που κουβαλούν στις πλάτες τους, ανυποψίαστοι, φτωχοί άποικοι της Ανατολίας. Ρωτούσα στη μεγάλη τους αγορά, το Καπαλί Τσαρσί, μια νεαρή Τουρκάλα, που πουλούσε μπαχαρικά και τσάγια: "Είσαι απ' την Πόλη;" κι εκείνη απάντησε: "Απ' το Αναντολού. Εδώ ήρθα από τεσσάρων ετών. Εδώ ντουλιά". Και ντουνιά, σκέφτομαι, πολύ ντουνιά. Δεκαεφτά εκατομμύρια ψυχές επισήμως αριθμεί η Πόλη. Είκοσι ανεπισήμως. Σαν αποφώλιο τέρας, ξεχείλισε από την ιστορική της μήτρα και απλώνεται συνεχώς. Παντελώς άναρχη διόγκωση. Μια πόλη που προεκτείνεται ένθεν κακείθεν του Βοσπόρου, ανοικονόμητα, βουλιμικά, χωρίς πρόγραμμα. Και εκεί αρχίζουν τα προβλήματα. Το νερό στα προβληματικά δίκτυα της Πόλης δεν μπορείς να το πιεις, ούτε μάλλον και να το λουστείς. Πεντάλμυρο. Ίσως να αφαλατώνουν θαλασσινό. Εταιρείες με εμφιαλωμένα διοχετεύουν καθημερινά στα σπίτια τους νερό. Όπως παλιά οι γαλατάδες το γάλα…
Τριγυρίζουμε με το λεωφορείο στις κεντρικές λεωφόρους της Πόλης. Μεγάλοι δρόμοι, άνετοι, μιλώ μόνο για το κέντρο. Αναρωτιέμαι: σε ποια από αυτές τις λεωφόρους παρήλασε ο ήρωας του Θεοτοκά, ο Λεωνής, πρόσκοπος μαζί με τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα, όταν μπήκαν θριαμβευτικά στην πόλη το 1919; Η πρώτη φορά ,κι η τελευταία, που έμπαινε ελληνικός στρατός στην Πόλη, μετά την άλωση.
Σε κάποιο φανάρι, μετά την πλατεία Ταξίμ, σταματάμε. Ζηλεύω που οι Τούρκοι είχαν τέτοια έμπνευση. Αντί για απλό πράσινο ή κόκκινο στο φανάρι, ανάβει ένα ηλεκτρονικό χρονόμετρο που σου δείχνει τα δευτερόλεπτα μέχρι να ξεκινήσεις. Έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο ένα, μηδέν. Πώς πέρασαν έξι αιώνες από τότε; Η ιστορία της Πόλης κόλλησε σ' αυτό το μηδέν. Ας το ξεχάσουμε. Το έθνος κοιτάζει μπροστά, μαθαίνοντας από τα πάθη της Ιστορίας. Ο γερο-Φραντζής, ήρωας του Θεοτοκά στην "Αργώ", ο οποίος περιφρονούσε τη μάθηση, έλεγε: "Με τον παρά, θα ξαναπάρουμε την Αγιά-Σοφιά και θα γίνουμε πάλι μεγάλο γένος και αυτοκρατορία". Δεν υπάρχουν πια τέτοιες διαμεσολαβήσεις. Δεν συγχωρούνται εθνικές μυωπίες. Την απάντηση την ακούς από την ίδια μεριά της Πόλης, από τον παπού του άλλου ήρωα του Θεοτοκά, του Λεωνή: "Είμαστε ένα έθνος νεόφτωχο". Δεν είναι ο υλικός πλούτος που μας θωρακίζει σαν έθνος. Η πνευματική ζωή μας χρειάζεται κι εκεί πράγματι είμαστε νεόφτωχοι. Το έθνος χρειάζεται την αλήθεια. Μ' αυτή ας τραφεί…
Το φανάρι ανάβει. Ξεκινάμε. Περνάμε τη γέφυρα του Γαλατά στον Κεράτιο και σε λίγο φτάνουμε στον προβλήτα του Βοσπόρου. Για τις επόμενες δυο ώρες κρουαζέρια στα στενά του Βοσπόρου. Τώρα νιώθω να κατακτώ τη γεωγραφία της Πόλης. Δεν είναι εύκολο τελικά να τη χωνέψεις από τους χάρτες. Παραπλέουμε την απέναντι ασιατική πλευρά της πόλης, που ενώνεται με την ευρωπαϊκή χάρη σε δυο μεγάλες κρεμαστές γέφυρες. Την αισθάνομαι ακίνητη, εχθρική, ζηλόφθονη για όσα πέτυχε η εδώθε του Βοσπόρου πλευρά. Κωνσταντινούπολη είναι τελικά η ευρωπαϊκή μεριά της πόλης. Στο βάθος, μέσα στο θαμπό πρωϊνό, αμέτρητοι μιναρέδες σου υπενθυμίζουν τη φυσιογνωμία του χώρου στον οποίο βρίσκεσαι. Η γλυκύτητα του Βοσπόρου. Μάλλον έχουμε ξεχαστεί στην ομορφιά του τοπίου…
Μας διαφημίζουν το μεσημεριανό φαγητό στο σπίτι της Λωξάντρας, στο Γκερλίκ. Όσοι θέλουν, λένε. Πώς να μην πάμε; Αναλογίζομαι αν εγώ βλέπω τα πράγματα μέσα από τη λογοτεχνία ή το υποβάλλουν κι οι πράκτορές μας; Πάντως στο Γκερλίκ μύρισα Λωξάντρα. Ένα χαμηλό, δίπατο, σπίτι που στο ισόγειό του λειτουργεί μεγάλο εστιατόριο. Καλό φαγητό, και δεν ξέρω αν παρεμβαίνουν ελληνικά χέρια ή μόνο η αυθυποβολή πως είμαστε φιλοξενούμενοι της ηρωΐδας που μας χόρτασε γεύσεις, Ελλάδα και ζωή. Μετά τις μπύρες μια διαβολική νύστα, εκεί μέσα στο σπίτι της γυναίκας που "λυπάται τις ώρες που της κλέβει ο ύπνος απ' τη ζωή". Στο βάθος της θάλασσας του Μαρμαρά τα Πριγκηπονήσια, σα να κοιμούνται κι αυτά…
Το απογευματινό σεργιάνι στην πόλη και στην αγορά της έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. Αρχίζουμε να συνηθίζουμε στην ιδέα. Φοβόμαστε λιγότερο, κινούμαστε άνετα ανάμεσα στους πάγκους και τα μικρομάγαζα. Τέσσερις χιλιάδες μαγαζάκια στην κεντρική της αγορά, το Καπαλί Τσαρσί, όλη σκεπασμένη. Χάνεσαι και τα χάνεις. Φιλικό κλίμα. Οι Τούρκοι ζουν από τους Έλληνες. Νομίζω πως είμαστε οι καλύτεροι πελάτες τους. Βγαίνουμε από την αγορά και περπατάμε στους δρόμους της Πόλης. Οι μικροπωλητές μας παίρνουν το κατόπι. Ένα ευρώ μπορεί να τους είναι αρκετό. Μεταφράζεται κοντά σε πάνω από ενάμισυ εκατομμύριο τουρκικές λίρες. Από τα μεγάφωνα των μιναρέδων οι φωνές των μουεζίνηδων περιχύνουν στην πόλη μια υπομονετική μελαγχολία και ανατολίτικη νωχέλεια.
Τη νύχτα βρεθήκαμε στα χανουμάκια. Μου ακουγότανε πριν λιγάκι προσβλητικό. Κάθε άλλο. Ωραίο θέαμα, όχι άσεμνο. Ταιριάζει με την Ανατολή. Καθώς χορεύαμε στην πίστα, ένας νταουλτζής ήρθε μπροστά μας και χτυπούσε το νταούλι του. Τον κέρασα τρία εκατομμύρια λίρες. Σκέφτηκα ότι τέτοια νούμερα στην Ελλάδα για οικονομικές δοσοληψίες δεν θα χρησιμοποιήσουμε μάλλον ποτέ πια. Ο Τούρκος καλλιτέχνης έδειχνε ενθουσιασμένος…
Κυριακή πρωΐ στο Φανάρι. Η λειτουργία στον Άγιο Γεώργιο περίπου στη μέση της. Ο κόσμος - όλοι αυτοί άραγε είναι Έλληνες της πόλης;- παρακολουθεί ήμερα την ακολουθία. Οι άνθρωποι τελικά γεννούν τη συγκίνηση. Και είναι όντως συγκινητικό, αν μπορέσεις ν' ακούσεις τις ψαλμωδίες της πίστης μας σ' αυτό το περιβάλλον. Ο Πατριάρχης στο δεσποτικό, όρθιος, κοιτάζει με γαλήνη το άπειρο. Τον φωτογράφισα. Αναρωτιέμαι, γιατί;
Ομολογώ ότι το Φανάρι το περίμενα κάπως κεντρικότερα. Βρίσκεται σ' ένα ψήλωμα, στην άκρη σχεδόν του Κεράτιου. Μια ταπεινή δύναμη, σε μια ταπεινή γειτονιά της Πόλης. "Άθλια" τη χαρακτήριζε ο Μ. Καραγάτσης στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις και συμπλήρωνε: "Δεν υπάρχει κανείς πια οργανικός λόγος να δικαιολογεί την παραμονή του εκεί". Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το μέρος αυτό συνέδεσε το όνομά του με τη λαμπρότερη, επιδέξια πολιτική δραστηριότητα των φαναριωτών. Υπήρξε ένα κράτος εν κράτει.Αυτά στο παρελθόν. Το μέλλον του δεν ξέρω ποιο είναι. Έξω από τον πατριαρχικό περίβολο δεκάδες Τούρκοι μικροπωλητές μας πολιορκούν: "Γιώργο", "Μαρία" για να πουλήσουν σουβενίρ, καπέλα, κεντήματα… Τα πάντα εν πάσι.
Όλα χωράνε τελικά σε μια πόλη, την Πόλη: μεγάλα και μικρά, αιώνια και καθημερινά, ομόθρησκα και αλλόθρησκα. "Ομολογώ" , γράφει ο Μ. Καραγάτσης, "πως επηρεασμένος - σαν Έλληνας - από το μεγαλείο της μεσαιωνικής ιστορίας μας, παρ' όλίγον να πέσω σ' αυτό το σφάλμα… Αλλά η Αγιά Σοφιά, ο ναός Σεργίου και Βάκχου, ο Ιππόδρομος, τα χερσαία τείχη, δεν γίνεται να αντικρισθούν ξέχωρα από το Σουλτάν Αχμέτ Τζαμί, από το Τοπ Καπού Σαράϊ και από τα άλλα μύρια κτίσματα που ανέγειρε η πέντε αιώνων κυριαρχία ενός λαού, χαρακτηρισμένου από πολιτισμό ελάσσονα βεβαίως, αλλά ιδιότυπο και ενδιαφέροντα".
Βγαίνουμε από την Πόλη και πιάνουμε τον απέραντο ευθύ δρόμο που διασχίζει ολόκληρη την Ανατολική Θράκη. Ωραία, ήμερη ενδοχώρα. Έκλαψαν πολύ οι Θρακιώτες, όταν την έχασαν. Μικροί γήλοφοι, με ελαφριά κλίση προς τη θάλασσα. Εύφορα χώματα, μεγάλα καταπράσινα χωράφια. Η θάλασσα της Προποντίδας σα να δένει σε απόλυτη συνέχεια με τη γη. Εικόνα για τον καμβά ενός ζωγράφου.
Στη Ραιδεστό, μεγάλη παραλιακή πόλη, κάνουμε την τελευταία μας στάση πριν ξεκινήσουμε για την Ελλάδα. Πέφτει πάλι πάνω μας το σμήνος των μικροπωλητών. Ένας ξερακιανός Τούρκος, κοντά στα εξήντα μας πλησιάζει με μια τσάντα γεμάτη μπλουζάκια. Έχουμε μπει για τα καλά στο παιχνίδι. Άλλωστε μας είχαν ειδοποιήσει ότι οι Τούρκοι δεν πουλάνε χωρίς παζάρια. Αρχίζουν τα παζάρια. Σκληρά παζάρια. Μας παίρνει ώρα. Δεν συμφωνούμε. Ο Τούρκος, πειραγμένος που δεν κατάφερε να μας πείσει, σηκώνει την τσάντα του να φύγει. Είναι η τελευταία φράση που άκουσα αποχαιρετώντας την Τουρκία: ""Αι σιχτίρ, Γιουνάν"…

Γρηγόρης Κοντός
Απρίλιος 2005